Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Οι αλλαγές στους θεσμούς του γάμου και της οικογένειας είναι ραγδαίες τα τελευταία 30 χρόνια

Οικογένεια και αλλαγή

Σύμφωνα με τον Βρετανό κοινωνιολόγο Anthony Giddens «οι μετασχηματισμοί που επηρεάζουν την προσωπική και τη συναισθηματική σφαίρα υπερβαίνουν τα σύνορα της κάθε συγκεκριμένης χώρας». Έτσι, και η Ελλάδα δεν μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. O εκμοντερνισμός, η τεχνολογία, ο πλούτος, η αστικοποίηση και το lifestyle υπέσκαψαν τα θεμέλια του παραδοσιακού κανονιστικού συστήματος και επέφερε σημαντικές αλλαγές στις αξίες και τις νόρμες της παραδοσιακής-πατριαρχικής κοινωνίας.

H ανάπτυξη της τεχνολογίας και των επιστημών και η εξάπλωση τους σε μια μεγάλη μερίδα χωρών ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς λόγους που επηρέασαν τις αξίες, τις αντιλήψεις και κατά συνέπεια τη συμπεριφορά των ανθρώπων. H μοντέρνα κοινωνία χαρακτηρίζεται από φαινόμενα όπως η εκκοσμίκευση, η εκδημοκρατικοποίηση και ο ατομισμός. Ως αποτέλεσμα νέες αξίες και κανονιστικοί θεσμοί έχουν δημιουργηθεί και εξαπλωθεί ανάμεσα στις δυτικές κοινωνίες. O ιδεολογικός πλουραλισμός, η σχετικότητα, η ρευστότητα και η ανεκτικότητα είναι βασικά στοιχεία τα οποία έχουν αναπτυχθεί.
 Οι γενικές αυτές κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές συνοδεύτηκαν από μια σειρά αλλαγών στους διάφορους κοινωνικούς θεσμούς – όπως η οικογένεια. O ρόλος των γυναικών μέσα στην οικογένεια και στην κοινωνία γενικότερα έχει ενδυναμωθεί αφού σήμερα διεκδικούν το δικαίωμα μόρφωσης τους, ένταξης στην αγορά εργασίας, είναι οικονομικά ανεξάρτητες, διεκδικούν μεγαλύτερη νομική ισότητα, έχουν περισσότερη ελευθερία στις κοινωνικές και σεξουαλικές τους σχέσεις ενώ παράλληλα μπορούν να ελέγξουν τη γονιμότητα τους μέσω διαφόρων ιατρικών μεθόδων.
 Αυτές οι θεμελιακές αλλαγές έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση της ελευθερίας και των προσωπικών επιλογών στις συμπεριφορές τους. Έτσι οι σύγχρονες τάσεις εμπερικλείουν σεξουαλικές εμπειρίες σε μικρότερες ηλικίες, λιγότερους γάμους, καθυστέρηση ή ακόμα και μη πραγματοποίηση γάμου, λιγότερα παιδιά, αύξηση των γεννήσεων εκτός γάμου, μεγαλύτερα ποσοστά διαζυγίων και κατ’ επέκταση αύξηση των μονογονεϊκών και θετών οικογενειών και αύξηση των δεύτερων και τρίτων γάμων.

Αυτές οι ραγδαίες αλλαγές έχουν μεγαλύτερη επίδραση παρά τα ηθικά και θρησκευτικά συστήματα. Οι γονείς έχουν χάσει την εξουσία που κατείχαν στις παραδοσιακές κοινωνίες προς τα παιδιά τους. H κοινωνία έχει γίνει λιγότερο αυστηρή και δημοκρατική κυρίως προς στα νεαρά μέλη της. Στις μοντέρνες κοινωνίες οι άνθρωποι έχουν τον πρώτο λόγο στην επιλογή συντρόφου. H ρομαντική αγάπη είναι το πρώτιστο χαρακτηριστικό ενός επιτυχημένου γάμου και το άτομο στη σύγχρονη κοινωνία κατευθύνεται στη δημιουργία ενός γάμου που να ικανοποιεί τις σωματικές, ψυχολογικές και πνευματικές του ανάγκες δίνοντας ταυτόχρονα έμφαση στη μεγαλύτερη προσωπική ευτυχία- δεδομένο το οποίο είναι ένα γνήσιο προϊόν της βιομηχανικής κοινωνίας.

Η οικογένεια αποτελεί πεδίο διαμάχης μεταξύ της παράδοσης και της νεωτερικότητας τόσο σε καθημερινό όσο και σε συμβολικό επίπεδο. To χαμένο καταφύγιο της οικογένειας αποτελεί το θεσμό που περιβάλλεται με τα εντονότερα αισθήματα νοσταλγίας από κάθε άλλο θεσμό με ρίζες στο παρελθόν. Καθημερινά τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι πολιτικοί και διάφοροι άλλοι οργανωμένοι παράγοντες αφορμώμενοι από διάφορα περιστατικά κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την κατάρρευση της οικογένειας και μας καλούν να επιστρέψουμε στην παραδοσιακή οικογένεια.

O ρυθμός αυτών των αλλαγών διαφέρει από χώρα σε χώρα αλλά οι τάσεις που παρουσιάζονται είναι παρόμοιες. Πολλοί έχουν τη δυνατότητα να αποτραβηχτούν από τα προβλήματα που δημιουργεί αυτό το κύμα αλλαγής όμως από την άλλη δε υπάρχουν μεγάλα περιθώρια αποστασιοποίησης αφού οι αλλαγές αυτές έχουν εισχωρήσει βαθιά στην κοινωνική μας ζωή. Αρκετοί υποστηρίζουν πως εάν υπάρξουν αλλαγές στις οικογενειακές δομές, για παράδειγμα αν μειωθούν τα διαζύγια, θα επιλυθούν διάφορα προβλήματα.

Οι ανθρώπινες κοινωνίες χαρακτηρίζονται από πληθώρα οικογενειακών και συγγενικών θεσμών. Στις δυτικές κοινωνίες η παραδοσιακή-πατριαρχική οικογένεια χαρακτηριζόταν από την ανισότητα ανάμεσα στα δύο φύλα η οποία επεκτεινόταν σε όλους τους τομείς της ζωής.

Βασικά χαρακτηριστικά των παραδοσιακών-πατριαρχικών κοινωνιών ήταν:

1. O γάμος στηριζόταν στα κοινωνικο-οικονομικά συμφέροντα των δύο συμβαλλομένων οικογενειών· Επομένως ο έρωτας ή η ρομαντική αγάπη δεν αποτελούσε προϋπόθεση, ούτε υπήρχαν προσδοκίες για ανάπτυξη ενός τέτοιου είδους αγάπης. H επιλογή συντρόφου γινόταν από τους γονείς και οι επιθυμίες του ζευγαριού δε θεωρούνταν συνήθως σημαντικές. Για παράδειγμα έτσι, όταν κάποιο άτομο βρισκόταν σε ηλικία γάμου, η επιλογή συντρόφου γινόταν από τους γονείς στη βάση συγκεκριμένων κοινωνικο-οικονομικών δεδομένων ενώ τα δύο υποψήφια άτομα παρέμεναν, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, αμέτοχα στην όλη διαδικασία.

2. H σεξουαλικότητα ήταν άμεσα συνυφασμένη με την αναπαραγωγή. H ανισότητα μεταξύ αντρών και γυναικών επεκτεινόταν και στη σεξουαλική τους ζωή αφού ακολουθούνταν δύο μέτρα και δύο σταθμά όσον αφορούσε στη σεξουαλικότητα του άντρα και της γυναίκας. Οι άντρες είχαν το δικαίωμα και «έπρεπε» πριν από το γάμο τους να έχουν σεξουαλικές εμπειρίες – όμως θέλοντας να εξασφαλίσουν τη συνέχεια στην καταγωγή και τη μεταβίβαση της περιουσίας, ήθελαν να είναι σίγουροι ότι μια συγκεκριμένη γυναίκα θα ήταν η μητέρα των παιδιών τους. Για αυτό η παρθενιά ήταν μια θεμελιώδης αρετή που έπρεπε να χαρακτηρίζει μια γυναίκα για να μπορέσει να παντρευτεί, ενώ παράλληλα η αφοσίωση και η πίστη προς τον άντρα τους ήταν δύο αρετές που καλλιεργούνταν στα κορίτσια και απαιτούνταν από την παραδοσιακή κοινωνία ώστε να μπορέσει ένας γάμος να στεριώσει.

3. Οι οικογένειες ήταν πολυμελείς – τα παιδιά αποτελούσαν οικονομική επένδυση για μια οικογένεια αφού τόσο οι αγροτικές εργασίες όσο και οι δουλειές του νοικοκυριού απαιτούσαν μεγάλο αριθμό εργατικών χεριών. Τα παιδιά έπρεπε να είναι υπάκουα στους γονείς [βρίσκονταν σε παρόμοια κοινωνική θέση όπως και οι γυναίκες] ενώ παράλληλα, δεν ανατρέφονταν με βάση τις ψυχοσωματικές τους ανάγκες αλλά οι γονείς ενδιαφέρονταν περισσότερο για τη συνεισφορά τους στις κοινές οικογενειακές ασχολίες που είχαν ως στόχο την επιβίωση της οικογένειας. Αυτό φυσικά δε σήμαινε πως οι γονείς δεν αγαπούσαν τα παιδιά τους αλλά οι προσδοκίες από τα παιδιά τους επικεντρώνονταν κυρίως στα θέματα επιβίωσης της οικογένειας ως συνόλου. Παράλληλα θεωρούσαν μεγάλη αμαρτία τη χρήση ακόμα και των τότε πρωτόγονων μεθόδων αντισύλληψης αφού πίστευαν πως τα παιδιά είναι «ευλογία για την οικογένεια» λέγοντας πως όσα παιδιά τους στείλει ο Θεός θα είναι καλοδεχούμενα.

O σύγχρονος γάμος και οικογένεια

H ισότητα και η αλλαγή έχουν γίνει τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της σύγχρονης οικογένειας. Στο παρελθόν οι ανάγκες του ατόμου έμπαιναν σε δεύτερη μοίρα αφού προτεραιότητα είχαν οι ανάγκες του συνόλου της οικογένειας. Σε αντίθεση σήμερα, υπάρχει μια στροφή προς το άτομο και τις ατομικές του ανάγκες. Υπάρχει παράλληλα μια μετατόπιση από τους εξωτερικούς ελέγχους της συμπεριφοράς του ατόμου (αυστηρές απαγορεύσεις που επέβαλλε προς το άτομο η παραδοσιακή κοινωνία) στους εσωτερικευμένους ελέγχους που σχετίζονται με τη συνείδηση του κάθε ατόμου (τα συναισθήματα ενοχής και τύψεων). H ομοιομορφία που υπήρχε παλαιότερα ανάμεσα στα μέλη κάθε κοινωνίας ήταν αποτέλεσμα του έντονου κοινωνικού ελέγχου που ασκούσε η κοινωνία στα μέλη της, φαινόμενο που σήμερα περιορίζεται αφού οι πράξεις του ατόμου καθοδηγούνται από εσωτερικούς, εξατομικευμένους ελέγχους.

Σήμερα υπάρχει μια πληθώρα παραγόντων που επηρεάζουν τις προτιμήσεις στην επιλογή συντρόφου, τις επιλογές και τα αποτελέσματα αυτών των σχέσεων.

Διάφορες έρευνες έχουν επισημάνει ένα αριθμό σημαντικών παραγόντων που συμβάλουν στην ευτυχία ή τη δυστυχία ενός ζευγαριού. Οι κυριότεροι από αυτούς είναι:

1. H ταύτιση προσωπικότητας: η γνώση των βασικών χαρακτηριστικών της προσωπικότητας του καθενός είναι σημαντική αφού αυξάνει τη συναισθηματική εγγύτητα και βοηθά στη σωστή καλλιέργεια μιας σχέσης. Όσο πιο αρεστά είναι τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και κάποιες συνήθειες του/της συντρόφου τόσο πιο ικανοποιητική είναι η σχέση. Χαρακτηριστικά όπως: η ευερεθιστότητα, η κυκλοθυμία, το πείσμα, η ζήλια και η κτητικότητα είναι χαρακτηριστικά τα οποία δημιουργούν αρνητικά συναισθήματα και προβλήματα μέσα στη σχέση ενώ χαρακτηριστικά όπως: η κατανόηση, η τρυφερότητα, η υπομονή και η δημοκρατικότητα είναι χαρακτηριστικά τα οποία δημιουργούν θετικά συναισθήματα και βοηθούν τη σχέση να αναπτύσσεται.

2. Οι ικανότητες επικοινωνίας: η ικανότητα της ακρόασης των σκέψεων και των συναισθημάτων του ενός συντρόφου από τον άλλο πάνω σε όλα τα θέματα που αφορούν ένα ζευγάρι αλλά και η ανταλλαγή απόψεων και προβληματισμών που αφορούν την καθημερινότητα είναι ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία τα οποία πρέπει να υπάρχουν σε μια σχέση για να είναι λειτουργική.

3. Οι δεξιότητες επίλυσης των συγκρούσεων: τα ζευγάρια που έχουν τη δυνατότητα να αναγνωρίζουν τα προβλήματα που τυχόν να δημιουργούνται μέσα στη σχέση τους και έχουν την ικανότητα να επιλύουν τις διαφορές που δημιουργούνται μεταξύ τους έχουν μια πιο θετική και λιγότερο φορτισμένη σχέση από ότι τα ζευγάρια που παρόλο που αναγνωρίζουν τα προβλήματα που πιθανόν να υπάρχουν ανάμεσα τους τα αφήνουν ελπίζοντας κατά κάποιο τρόπο ότι θα ξεχαστούν.

4. Οι ικανότητες διαχείρισης των οικονομικών: τα οικονομικά είναι ένας παράγοντας κλειδί στις σχέσεις και ο σωστός προγραμματισμός του οικογενειακού προϋπολογισμού είναι ένα ζήτημα που αποφορτίζει το ζευγάρι από περιττό άγχος και ανασφάλεια. Κάποιοι άνθρωποι λόγω χαρακτήρα τείνουν να είναι πολυέξοδοι, άλλοι να είναι πιο οικονόμοι. H πλειοψηφία ρίσκεται κάπου στη μέση. Διαφωνίες για τον τρόπο που ξοδεύονται τα χρήματα δημιουργούν συγκρούσεις και πολλές φορές αλυσιδωτά προβλήματα ανάμεσα στο ζευγάρι.

5. H συμμετοχή σε κοινές δραστηριότητες ψυχαγωγίας: η συμμετοχή σε τέτοιου είδους δραστηριότητες ενδυναμώνει και αναζωογονεί τη σχέση

6. Οι σεξουαλικές σχέσεις: οι σεξουαλικές σχέσεις είναι ένας άλλος τρόπος επικοινωνίας και έκφρασης των δύο συντρόφων και αποτελεί συνήθως το δείκτη της ποιότητας μιας σχέσης. Όταν υπάρχει επικοινωνία στους υπόλοιπους τομείς της ζωής ενός ζευγαριού οι σεξουαλικές σχέσεις ενδυναμώνουν τη σχέση και δένουν περισσότερο το ζευγάρι. Αντίθετα, στις περιπτώσεις που η σχέση είναι δυσλειτουργική παρουσιάζεται συναισθηματική απομάκρυνση και κατά συνέπεια, τις περισσότερες φορές, δημιουργείται ψυχρότητα και στη σεξουαλική σχέση του ζευγαριού.

7. H συμφωνία για θέματα που αφορούν στα παιδιά και στη γονεϊκότητα: το ζευγάρι θα πρέπει να συμφωνήσει για το κατά πόσο θέλει να αποκτήσει παιδιά και πως θέλει να τα μεγαλώσει. Διαφορές που αφορούν στον τρόπο ανατροφής, στην πειθαρχία και στις αξίες που θέλει να μεταδώσει στα παιδιά του ο κάθε γονέας πολλές φορές δημιουργούν συγκρούσεις ανάμεσα τους.

8. Οι καλές σχέσεις με την ευρύτερη οικογένεια και τους φίλους: οι σχέσεις με τα πεθερικά, άλλους συγγενείς και φίλους μπορούν είτε να ενδυναμώνουν είτε να προκαλέσουν προβλήματα σε ένα γάμο. Av δεν υπάρξει αποτελεσματικός και προσεκτικός χειρισμός αυτών των προκλήσεων μπορούν να δημιουργήσουν ένα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στο ζευγάρι.

9. συμφωνία στους ρόλους: το ζευγάρι θα πρέπει να κάνει μια τέτοια κατανομή ευθυνών ώστε να δουλεύει καλύτερα η σχέση για αυτούς. Οι δύο βασικοί τύποι κατανομής ευθυνών είναι: 1. η ισότιμη κατανομή των ευθυνών για το σπίτι και τα παιδιά και 2. η πιο παραδοσιακή κατανομή ευθυνών όπου ουσιαστικά οι ευθύνες για το σπίτι και τα παιδιά επιβαρύνουν σχεδόν αποκλειστικά τη γυναίκα, και τέλος

10. Οι ψυχικές/πνευματικές αξίες: οι πνευματικές αξίες, όπως για παράδειγμα η θρησκευτικότητα/θρησκευτική πίστη είναι ένας παράγοντας που είτε δημιουργεί ένα δυνατό δεσμό ανάμεσα στο ζευγάρι, είτε δημιουργεί εκρηκτικές καταστάσεις.

Έτσι σήμερα η σχέση ενός ζευγαριού είναι μια συνεχής και επίπονη διαδικασία, που χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια και από τους δύο συντρόφους για να διατηρεί ένα αρκετά ψηλό βαθμό ικανοποίησης μέσα από τη συνεχή αναζήτηση νέων τρόπων αναζωογόνησης και ενδυνάμωσης της σχέσης τους, σε μια πολύπλοκη και απαιτητική σύγχρονη κοινωνία.

Ash L. Bennett, Δεν θυμάμαι πια


Δεν θυμάμαι πια
Το ακριβές σχήμα των χεριών σου 
Καθώς τα κρατούσα μέσα στα δικά μου
Τα χάιδευα,
Αποστήθιζα το μήκος των δαχτύλων σου
Το βάθος των κάλων σου.

Δεν θυμάμαι πια
Το ύψος σου ακριβώς, πόσο
Από μένα πιο ψηλή
Ήσουν, πού
Ξεκουραζόταν το κεφάλι μου πάνω στο στήθος σου
Όταν με κρατούσες σφιχτά πάνω σου.

Δεν θυμάμαι πια
Το άρωμά σου, όταν ξαπλώναμε μαζί
Φτιάχνοντας τον δικό μας
Μαγικό ρυθμό,
Ενώνοντας τους παλμούς της καρδιάς μας καθώς
Ακουμπούσαμε μαζί τον ουρανό.

Δεν θυμάμαι πια
Τον ήχο της φωνής σου, να αντηχεί το όνομά μου σαν να
Έκλεινε μέσα του
Ένα τραγούδι, έναν πολύτιμο θησαυρό
Που λάτρευες με όλο σου το είναι.

Δεν θυμάμαι πια
Το χρώμα των ματιών σου, το σχήμα
Των χειλιών σου
Παρά μόνο…
Πώς τα μάτια σου ζαρώναν στις γωνίες
Και το γέλιο σου, όταν μου έλεγες
«Σ’ αγαπώ.»


[ Μετάφραση: Κρυσταλλία Κατσαρού ]

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

24 ΓΡΑΜΜΑΤΑ, ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ






Μια εξαιρετικά χρήσιμη και πολύτιμη ιστοσελίδα για τους λάτρεις της Επιστήμης, της Λογοτεχνίας, της
Γλώσσας http://www.24grammata.com/
Θα βρείτε  ολόκληρα βιβλία να τα κατεβάσετε ΔΩΡΕΑΝ,  την ιστορία πολλών λέξεων, ενδιαφέροντα άρθρα..

Tα μυστήρια της Κεφαλλονιάς

εδώ μπορείς να κατεβάσεις ολόκληρο το κείμενο

Τίτλος βιβλίου: Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς·
ή σκέψεις απάνω στην οικογένεια, στη θρησκεία και στην πολιτική εις την Κεφαλονιά. Κεφαλονιά, τυπ. Η Κεφαλληνία 1856.
Βιογραφικά
ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ (1811-1901)
Ο Ανδρέας Τυπάλδος Λασκαράτος γεννήθηκε το 1811 στην Κεφαλονιά. Η οικογένειά του ανήκε στις παλιές αριστοκρατικές οικογένειες της Επτανήσου. Ο πατέρας του Γεράσιμος καταγόταν από τη Νάπολη και διέθετε μεγάλη περιουσία και πολιτική δύναμη. Πρώτοι δάσκαλοι του Ανδρέα ήταν οι Ευγένιος Διογένης και Σπυρίδων Τρέκας. Σε ηλικία δώδεκα ετών έφυγε για το Αργοστόλι, όπου έμεινε στο σπίτι του θείου του κόντε Δελλαδετσίνα. Εκεί διδάχτηκε την ιταλική και την αρχαία ελληνική γλώσσα από τους Ιάκωβο Βαπτιστή Μπαρτολότσι και το Νεόφυτο Βάμβα αντίστοιχα. Στο Αργοστόλι γνώρισε επίσης το λόρδο Μπάυρον. Εν συνεχεία φοίτησε στη Σχολή του Κάστρου και το 1828 πήγε στην Κέρκυρα όπου μυήθηκε στην ιταλική σάτιρα και λογοτεχνία από το Βιτσέντζο Νανούντσι, ποιητή του Κύκλου του Σολωμού και θιασώτη της απλής γλώσσας. Εκεί γνωρίστηκε επίσης με τον Ανδρέα Κάλβο, του οποίου υπήρξε μαθητής, καθώς και με το Βηλαρά. Καθοριστική ωστόσο στάθηκε η γνωριμία του με το Σολωμό, στον οποίο ο Λασκαράτος υπέβαλε ποιήματα και μεταφράσεις και από τον οποίο ενθαρρύνθηκε να συνεχίσει να γράφει. Σπούδασε νομικά στην Ιόνιο Ακαδημία και εργάστηκε ως βοηθός στη Γραμματεία της Ιονίου Γερουσίας και στο Ειρηνοδικείο Κεφαλληνίας. Το 1836 έφυγε για το Παρίσι, όπου έμεινε ως το 1839, οπότε πήγε στην Πίζα. Εκεί πήρε το δίπλωμα του δικηγόρου, ήρθε σε επαφή με τις φιλελεύθερες ιδέες της εποχής και έγραψε τα πρώτα του ποιήματα. Επέστρεψε στην Κεφαλονιά σε ηλικία 30 ετών και διορίστηκε Πρόεδρος Δικαστής στο Ληξούρι, θέση από την οποία σύντομα παραιτήθηκε. Το 1844 πέθανε ο πατέρας του και ο Ανδρέας ανέλαβε τη διαχείριση της περιουσίας του. Την ίδια περίοδο (1845) ταξίδεψε στην Κρήτη για να γνωρίσει τον λαϊκό πολιτισμό της, επέστρεψε όμως απογοητευμένος, καθώς μπόρεσε να συγκεντρώσει μόνο λίγα τραγούδια , τα οποία δημοσίευσε στο οικογενειακό περιοδικό Λύχνος, το οποίο εξέδωσε το 1859 και ως το 1868, οπότε και έκλεισε, έβγαλε μόνο 49 φύλλα. Στο δρόμο για την Κρήτη πέρασε από την Αθήνα, όπου τύπωσε το έργο του Το Ληξούρι εις του 1836, μίμηση του ποιήματος του Αl. Tassoni La sechia rapitia. Από την Κρήτη επέστρεψε στην Κεφαλονιά και παντρεύτηκε την Πηνελόπη Καργιαλένια, κόρη μεγαλεμπόρου καταγόμενη από το Λιβόρνο, η οποία στάθηκε πιστή σύντροφος και συμπαραστάτιδά του. Το 1850 πήρε μέρος στις εκλογές της Θ΄ Βουλής ως αντίπαλος του κόμματος των φιλελευθέρων, απέτυχε ωστόσο και έφυγε με την οικογένειά του για το Αργοστόλι. Το 1856 δημοσίευσε το έργο Μυστήρια της Κεφαλλονιάς, ήτοι σκέψεις απάνω στην οικογένεια, στη θρησκεία και στην πολιτική, το οποίο κίνησε αντιδράσεις, οδήγησε στον αφορισμό του και έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή του. Έφυγε για τη Ζάκυνθο, αντιμετώπισε ξανά δυσκολίες και κατέφυγε τελικά μόνος στο Λονδίνο. Εκεί διεύρυνε τις γνώσεις του και έγραψε την Απόκριση στον αφορισμό, έργο που εκδόθηκε δώδεκα χρόνια αργότερα. Η αλληλογραφία του με τη σύζυγό του είναι ενδεικτική για την ψυχολογική του κατάσταση εκείνη την περίοδο. Αντιμετώπισε και νέες αντιδράσεις, συνέχισε ωστόσο να τυπώνει έργα του από την Αθήνα, την Κεφαλονιά, τη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα, ώσπου κατηγορήθηκε για συκοφαντία του ιδεολογικού του αντιπάλου και μέλους της επίσημης εκκλησίας Λομβάρδου και φυλακίστηκε για τέσσερις μήνες. Νέες αντιδράσεις προκάλεσε το ποίημά του Νανάρισμα για τον τότε διάδοχο του θρόνου. Το περιοδικό του Λύχνος έκλεισε και ο ίδιος κινδύνεψε ξανά να φυλακιστεί, γλίτωσε όμως κατόπιν επιστολής του στο Βασιλιά. Το 1864 δημοσίευσε μια Στιχουργική της γραικικής γλώσσας, μετέφρασε δύο βίους αγίων από τα αγγλικά και μετά τον μεγάλο σεισμό του 1867 έγραψε το Ιστορικό των σεισμών. Την έκδοση της Απόκρισης στον Αφορισμό, ακολούθησε νέα δίκη, αυτή τη φορά όμως ο Λασκαράτος αθωώθηκε. Αμέσως μετά δημοσίευσε το έργο Η δίκη μου με τη Σύνοδο. Λόγω οικονομικών δυσκολιών επιχείρησε να ιδρύσει ένα ιδιωτικό Παρθεναγωγείο σε συνεργασία με τη σύζυγό του, προσπάθεια που απέτυχε. Το 1872 εκδόθηκαν τα Στιχουργήματα και από το 1873 ως το 1876 σειρά φυλλαδίων με τίτλο Η κοινωνική μας κατάσταση. Την περίοδο εκείνη ήταν ήδη γνωστός στο χώρο του ελεύθερου ελληνικού κράτους και στον κύκλο του Παλαμά. Το 1873 ανακηρύχτηκε επίτιμο μέλος του συλλόγου Βύρων και το 1877 του Παρνασσού. Το 1878 έγραψε το δοκίμιο Η τέχνη του δημηγορείν και του συγγράφειν και το 1879 το Ιδού ο άνθρωπος , το οποίο εξέδωσε το 1886 μαζί με μια συλλογή από χαρακτήρες στα πρότυπα του Θεόφραστου και του La Bruyere. Το 1884 δημοσίευσε το φυλλάδιο Περί γλώσσης και το 1889 το Γλώσσα. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του συμπλήρωσε το έργο Ήθη, έθιμα και δοξασίες της Κεφαλονιάς που δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του και συνέχισε να γράφει ποιήματα, λυρικά και σατιρικά. Στα 1894 – 1896 επιχείρησε μια επανέκδοση του Λύχνου. Λίγο πριν το θάνατό του με εισήγηση του νέου Δεσπότη Κεφαλληνίας Γερ.Δοριζα άρθηκε ο αφορισμός του. Πέθανε το 1901 στο Αργοστόλι. Στο έργο του Λασκαράτου κυριαρχεί πνεύμα φιλελεύθερο, κριτικό, δηκτικό και το ύφος του συχνά γίνεται έντονα καυστικό. Συνεπής στους λόγους και τα έργα του διώχτηκε για την ελευθεροστομία του, δεν έχασε ποτέ όμως τη μαχητικότητά του. Οι ιστορικοί της λογοτεχνίας τον χαρακτήρισαν ως τον κυριότερο σύνδεσμο ανάμεσα στην Επτανησιακή και την Α΄ Αθηναϊκή Σχολή.

1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ανδρέα Λασκαράτου βλ. Άγρας Τέλλος, «Λασκαράτος Ανδρέας», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Αθήνα, Πυρσός, 1931, Αλισανδράτος Γ.Γ., «Ανδρέας Λασκαράτος», Η παλαιότερη πεζογραφική μας παράδοση· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμοΕ΄· 1830-1880, σ.278-303. Αθήνα, Σοκόλης, 1996, Κωστίου Κατερίνα, «Λασκαράτος Ανδρέας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό5. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1986, Παπαγεωργίου Αλέκος Γ., «Λασκαράτος – Τυπάλδος Ανδρέας», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας9. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Παπαγεωργίου Αλέκος Γ., «Σύντομο χρονολογικό διάγραμμα της ζωής του Α.Λασκαράτου», Νέα Εστία70, ετ.ΛΕ΄, Χριστούγεννα 1971, αρ.827, σ.134-139.

Ερωτόκριτος, Ήρθεν η ώρα...

Οι  λαϊκές αντιλήψεις  που υπολανθάνουν στα λόγια της Φροσύνης.


Στα λόγια της παραμάνας και στις συμβουλές της προς την κοπέλα να παντρευτεί τον άντρα που της υποδεικνύει ο πατέρας της, ανιχνεύουμε αρκετές πεποιθήσεις της εποχής, κυρίως για τη θέση που είχε μια γυναίκα στην κοινωνία και για τις υποχρεώσεις της.
Η νεαρή κοπέλα είναι υποχρεωμένη να ακολουθήσει τη θέληση του πατέρα της, γιατί αυτός είναι υπεύθυνος να αποφασίσει για το μέλλον της και κυρίως για το ποιον θα πρέπει να παντρευτεί. Οι γυναίκες, άλλωστε, εκείνη την εποχή δεν επέλεγαν μόνες τους το μελλοντικό τους σύζυγο, ακολουθούσαν απλώς την επιλογή που έκανε για εκείνες ο πατέρας τους.
Ο πατέρας αποτελούσε την κεφαλή της οικογένειας και λάμβανε μόνος του τις βασικές αποφάσεις για την τύχη των υπόλοιπων μελών της οικογένειας και ιδίως για το μέλλον των κοριτσιών. Η φυλάκιση της Αρετούσας, μάλιστα, απεδείκνυε ότι στις αποφάσεις ενός πατέρα δεν υπήρχε χώρος για συναισθηματισμούς. Ο πατέρας αποφάσιζε με βάση τα δικά του κριτήρια και οποιαδήποτε απείθεια από μέρους της κόρης του, σήμαινε βαρύτατες κυρώσεις.
Παρόμοια εξουσία, αλλά σε μεγαλύτερη έκταση, είχε ένας βασιλιάς για τους υπηκόους του, καθώς λάμβανε αποφάσεις που μπορούσαν να επηρεάσουν όλους τους πολίτες του βασιλείου του. Είχε, επίσης, τη δύναμη να εκδιώξει όποιον από αυτούς δε συμμορφωνόταν στη βασιλική του θέληση.
Η αδυναμία των πολιτών να αντιδράσουν μπροστά στην επιθυμία του βασιλιά τους, μας παραπέμπει σ’ έναν πεπαλαιωμένο τρόπο διαβίωσης, όπου οι άνθρωποι παρέδιδαν απόλυτη εξουσία σ’ έναν άνθρωπο και οι ίδιοι αρνούνταν στον εαυτό τους το δικαίωμα να αποφασίζουν και να αγωνίζονται για τη διαμόρφωση της δικής τους ζωής.
Η παραμάνα μιλά επηρεασμένη από τον οιωνό των πουλιών που εμφανίστηκαν στη φυλακή της Αρετούσας, δείχνοντας την ιδιαίτερη πίστη που είχαν τότε οι άνθρωποι σε σημάδια και οιωνούς. Η μοιρολατρία αυτή των ανθρώπων, συμβάδιζε με το γενικότερο τρόπο ζωής τους, καθώς όπως και στο πολίτευμά τους, έτσι και σε ό,τι αφορούσε το μέλλον τους, αποδεχόντουσαν τις αποφάσεις άλλων και θεωρούσαν πως όλα ήταν γραμμένα, αποποιούμενοι τη μεγάλη δύναμη που προσφέρει στους ανθρώπους η επίγνωση ότι μόνοι τους έχουν την ευθύνη αλλά και τη δυνατότητα να διαμορφώσουν το μέλλον τους.
Η σταθερή απόφαση του βασιλιά να απαγορέψει το γάμο του Ερωτόκριτου με την Αρετούσα, φανερώνει την κυρίαρχη άποψη της εποχής ότι μια κοπέλα δεν μπορούσε να παντρευτεί κάποιον που ήταν κοινωνικά κατώτερός της.
Η ευκολία με την οποία η Φροσύνη προτρέπει την Αρετούσα να παντρευτεί τον άντρα που της έδινε ο πατέρας της, αποκαλύπτει την πεποίθηση εκείνων των χρόνων ότι οι γάμοι έπρεπε να βασίζονται σε λογικές αποφάσεις (οικονομική κατάσταση, παρόμοια κοινωνική θέση) και όχι στον έρωτα. Η Φροσύνη, όπως και κάθε γυναίκα εκείνης της εποχής, έβλεπε το γάμο ως μια προειλημμένη συμφωνία των γονιών και όχι ως την κατάληξη ενός έρωτα.
Πηγή :http://latistor.blogspot.com/2011/10/blog-post_17.html

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΡΙΛΚΕ

Ράινερ Μαρία Ρίλκε «ΣΒΗΣΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ...»

Σβήσε τα μάτια μου∙ μπορώ να σε κοιτάζω,
τ’ αυτιά μου σφράγισέ τα, να σ’ ακούω μπορώ.
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να’ρθω σ’ εσένα,
και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.
Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,
σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.
Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ
με το κεφάλι.
Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ
μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι.


μτφρ. Κωστής Παλαμάς


Να επισημάνετε τέσσερις φράσεις με τις οποίες δηλώνεται η δύναμη του έρωτα στο ποίημα "ΣΒΗΣΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ…" του Ράινερ Μαρία Ρίλκε. Ποια χαρακτηριστικά του έρωτα αποκαλύπτονται μέσα από αυτές;

«Σβήσε τα μάτια μου∙ μπορώ να σε κοιτάζω»: Ο ποιητής που αισθάνεται τη μορφή της αγαπημένης του να έχει εμποτίσει κάθε πτυχή του είναι του, δηλώνει πως ακόμη κι αν έχανε το φως του, ακόμη και αν δεν μπορούσε να κοιτάζει την αγαπημένη του, θα μπορούσε να τη βλέπει, καθώς ακόμη και η πιο μικρή λεπτομέρεια που συνθέτει την ύπαρξή της είναι χαραγμένη στη σκέψη και στην ψυχή του. Ο ερωτευμένος ποιητής έχει παρατηρήσει με αφοσίωση και λατρεία την αγαπημένη του και έχει καταγράψει στο μυαλό του κάθε χαρακτηριστικό του προσώπου της, κάθε ιδιαίτερη ατέλεια, κάθε έκφραση και κάθε μικρή σύσπαση, που συνθέτει την ξεχωριστή ομορφιά του αγαπημένου προσώπου.
«Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να’ρθω σ’ εσένα»: Η ένταση του ερωτικού συναισθήματος είναι τέτοια που ο ποιητής νιώθει πώς ακόμη κι αν δεν μπορούσε να περπατήσει, ακόμη και χωρίς τα πόδια του, θα ήταν ικανός να φτάσει στην αγαπημένη του, καθώς κανένα εμπόδιο δεν είναι ικανό να τον αποτρέψει από το να βρίσκεται κοντά της. Η αίσθηση του ποιητή πως θα μπορούσε να ξεπεράσει οτιδήποτε προκειμένου να βρίσκεται κοντά στο πρόσωπο που αγαπά, αποτελεί ένα βασικό χαρακτηριστικό των ερωτευμένων, οι οποίοι είναι πάντοτε διατεθειμένοι να διανύσουν μεγάλες αποστάσεις ή να υποβληθούν σε μεγάλους κόπους και ταλαιπωρίες μόνο και μόνο για να περάσουν μερικές στιγμές μαζί.
«Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω, / σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.»: Ο ποιητής αισθάνεται πως ακόμη κι αν η αγαπημένη του, του έκοβε τα χέρια, δεν θα μπορούσε να τον αποτρέψει από το να την αγκαλιάζει, καθώς θα χρησιμοποιούσε αντί για τα χέρια του, την καρδιά του. Η αγάπη που αισθάνεται ο ποιητής και η ανάγκη του να έρχεται σ’ επαφή με την αγαπημένη του, να την αγγίζει και να τη νιώθει κοντά του είναι τόσο έντονη ώστε θα μπορούσε να εσωτερικεύσει τα συναισθήματα αυτά και θα μπορούσε να βιώσει το άγγιγμα της αγαπημένης του νοητά, σαν να την αγκάλιαζε με την ίδια του την καρδιά. Η ευχαρίστηση δηλαδή που του προσφέρει το αγκάλιασμά της είναι τόσο μεγάλη, ώστε η επίδρασή του φτάνει στο κέντρο της συναισθηματικής του ύπαρξης, την ίδια του την καρδιά, γι’ αυτό και ο ποιητής δηλώνει πως τίποτε δεν θα μπορούσε να τον αποτρέψει από το να αποζητά και να επιδιώκει την επαφή με την αγαπημένη του. Η αίσθηση αυτή του ποιητή βρίσκει, βέβαια, πλήρη ανταπόκριση στους ερωτευμένους ανθρώπους, οι οποίοι επιδιώκουν να βρίσκονται πάντοτε σε συνεχή επαφή, ώστε να εκφράζουν την αγάπη τους με το χάδι και την αγκαλιά και ώστε να αισθάνονται το αγαπημένο τους πρόσωπο όσο πιο κοντά τους γίνεται.
«Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ / με το κεφάλι.»: Ακόμη κι αν η αγαπημένου του μπορούσε να σταματήσει την καρδιά του, το κέντρο της ζωής αλλά και το κέντρο, όπως συνηθίζουμε να το χαρακτηρίζουμε, των συναισθημάτων, εκείνος θα συνέχιζε να καρδιοχτυπά, θα συνέχιζε να βιώνει τον έρωτά του με τη βοήθεια του μυαλού και της σκέψης του. Ακόμη κι αν έπαυε να χτυπά η καρδιά του, ο έρωτάς του θα παρέμενε ζωντανός και θα συνέχιζε να πάλλετε στο μυαλό του, σ’ ένα εγκεφαλικό επίπεδο, αλλά πάντοτε εξίσου δυνατός και κυρίαρχος. Ο ποιητής εδώ συνεχίζει την κλιμακωτή παρουσίαση της έντασης με την οποία βιώνει τον έρωτά του, δηλώνοντας πως δεν χρειάζεται ούτε καν την καρδιά του για να μπορεί να βιώνει την αγάπη του. Η υπερβολική αυτή έκφραση, έρχεται να αποδώσει την αίσθηση των ερωτευμένων πως ο έρωτας έχει κατακλύσει την ύπαρξή τους σε τέτοιο βαθμό, ώστε να βρίσκεται ισχυρός σε κάθε σημείο του σώματος, σε κάθε σκέψη και κάθε πράξη.
ΠΗΓΗ: ιστοσελίδα : http://latistor.blogspot.com/


MΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ, ΜΟΝΟ ΓΙΑΤΙ Μ ΑΓΑΠΗΣΕΣ




Η ποιήτρια: Καλαμάτα 1902-Αθήνα 1930. Έζησε μια ανήσυχη ζωή χωρίς ψευδαισθήσεις και αυταπάτες, βίωσε το πάθος και τον πόνο του έρωτα, της ζωής και του θανάτου. Ήταν χαρακτήρας ελεύθερος, ατίθασος και ανυπότακτος, περήφανη και γενναία, δεν την τρόμαζε ούτε ο θάνατος, ρύθμιζε η ίδια τη ζωή της. Ανήκει στη γενιά των νεορρεαλιστών νεορομαντικών ποιητών κι η ποίηση της χαρακτηρίζεται από πηγαίο λυρισμό και ειλικρίνεια συναισθημάτων. Βασικοί πόλοι της ποίησης της ο έρωτας και ο θάνατος. Το συγκεκριμένο ποίημα έχει χαρακτηριστεί κι ως ύμνος στον έρωτα..


Θεματικά κέντρα: Η εξιδανίκευση του ερωτικού συναισθήματος, ο ελεγειακός τόνος και ο λυρισμός της γυναικείας ευαισθησίας.


Θέμα: Η δύναμη της αγάπης που δίνει έμπνευση στο έργο και νοηματοδοτεί τη ζωή της ποιήτριας.


Τεχνική


Αποτελείται από 9 πεντάστιχες στροφές, μέτρο ιαμβικό , στίχοι 12σύλλαβοι και 7σύλλαβοι ή και 11σύλλαβοι. Ομοιοκαταληξία:σε κάθε στροφή 1ος και 5ος, 2ος και 4ος, 3ος ελεύθερος (αβγβα). Μουσικότητα λόγω της ομοιοκαταληξίας αλλά και των επαναλήψεων 1ου και 5ου στίχου, «μόνο» «μονάχα», «γιατί..»


Χρήση β προσώπου και α προσώπου. δίνει στο ποίημα χαρακτήρα ανοιχτής ερωτικής επιστολής και έμμεσης ερωτικής εξομολόγησης στον νεκρό αγαπημένο της, δίνει ζωντάνια, αμεσότητα. οι επαναλήψεις λέξεων «μόνο» «μονάχα», «γιατί..». Το «γιατί» εισάγει μια σειρά αιτιολογικές προτάσεις που δηλώνουν την αιτία για μια σειρά ευεργετικές επιδράσεις στη ζωή της ποιήτριας. δημιουργούν ένταση νοηματική και λυρική και χαρίζουν μουσικότητα.. Πλούσια γκάμα εικόνων και αισθήσεων, που αποσκοπούν στην έκφραση του βασικού θεματικού κέντρου, δηλαδή της απόλυτης εξιδανικευμένης παρουσίας του έρωτα. Εναλλαγή αορίστου ενεστώτα: Δηλώνεται η ένταση και η διάρκεια του συναισθήματος που παραμένει ζωντανό και ανθεκτικό παρά το πέρασμα του χρόνου και το θάνατο.


Τα σχήματα λόγου πολλά Κυρίως έχουμε μεταφορές: με την ψυχή στο βλέμμα, περήφανα στολίστηκα... στέμμα είχες μέσα στα μάτια σου το θάμπωμα, έμεινεν ωραίο το πέρασμα μου, μου χάρισε ρόδα στα χέρια και πλήθος άλλες (εντοπίστε) Προσωποποίηση : μου χάρισε η αυγή ρόδα, μου γέμισε τα μάτια αστέρια Υπερβολές: μόνο γιατί μ αγάπησες γεννήθηκα Παρομοιώσεις:σαν κρίνο ολάνοιχτο, σα να με φώναξες κ.ά. Αντιθέσεις: στη άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη-μένα η ζωή πληρώθη (ζ στρ, τονίζεται η δύναμη του έρωτα.) Κύκλος:κάθε στροφή ανοίγει και κλείνει με τον ίδιο στίχο. Κάθε στροφή αποκτά νοηματική αυτοτέλεια και συνοχή και αποκτά μουσικότητα (ρεφρέν)


Επισημάνσεις στο περιεχόμενο:
α στροφή:Δηλώνεται η αιτία και το κίνητρο της ποίησης της,  «εσύ»,  που νοηματοδοτεί και τη δική της ζωή. Η αγάπη διαρκεί και βιώνεται μέσα στο χρόνο και δηλώνεται με την αναφορά στο πέρασμα των εποχών.
β στροφή:  Δηλώνεται το είδος της αγάπης, η ερωτική αγάπη, με συγκεκριμένες αναφορές. Το ερωτικό συναίσθημα αποκτά ένταση. Η επίδραση της αγάπης στην ψυχή της. ( κρίνο, ρίγος ενισχύουν την ένταση του ερωτικού συναισθήματος)
γ. στροφή:Η δύναμη  και η καταλυτική επίδραση του ερωτικού βλέμματος. Με την ψυχή στο βλέμμα: υπογραμμίζεται η ποιότητα και το περιεχόμενο του βλέμματος, που το διαφοροποιεί από τα άλλα. Η ποιήτρια νιώθει βασίλισσα ( της ύπαρξης μου στέμμα), περήφανη, αποκτά νόημα η ζωή της.
δ. στροφή:  συνεχίζεται το μοτίβο της οπτικής επαφής. εκείνος καμαρώνει(θαυμάζει) την αγαπημένη του, εκείνη καθρεφτίζεται στα μάτια του και νιώθει να ζει σε όνειρο.  Με ποια σχήματα λόγου εκφράζεται;
ε. στροφή:  Οι εκδηλώσεις της αγάπης εκείνου δίνονται άταχτα χωρίς σειρά, εκείνη νιώθει πλήρη αγάπη.
στ. στροφή: Προβάλλεται το πλησίασμα των δυο αγαπημένων.
ζ και η  στροφή: Σκοπός της ζωής της ήταν να βιώσει αυτόν τον έρωτα. Με την υπερβολή αυτή κορυφώνεται το ερωτικό συναίσθημα. Ενώ για πολλούς η ζωή είναι άχαρη ανεκπλήρωτη αυτή έζησε την ολοκλήρωση της απόλυτης αγάπης.
θ στροφή:Η βίωσης της απόλυτης αγάπης γίνεται αυτοσκοπός,  η ζωή της δικαιώνεται μέσα από την αγάπη εκείνου. Έζησε για να αγαπηθεί και να του χαρίσει ευτυχία ( να πληθαίνω τα ονείρατα σου) , όμως δεν υπάρχει πια, πέθανε. Η αγάπη αυτή της χαρίζει τώρα έναν γλυκό θάνατο.
 Η μεταμορφωτική δύναμη της αγάπης τεράστια και αισθητοποιείται με την εικόνα του ολάνοιχτού κρίνου ( η αγάπη εξαγνίζει και ομορφαίνει την ψυχή της) . Νιώθει όμορφη και γοητευτική, μέσα από το θαυμαστικό του βλέμμα. Η αγάπη καταξιώνει την ύπαρξη της και δίνει περιεχόμενο στη ζωή της.
μελετήστε υλικό για την Πολυδούρη και σε αυτές τις σελίδες


Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

ΝΑΝΣΥ ΧΑΤΖΗ: Η γυναίκα στη λογοτεχνία






Το κείμενο που ακολουθεί είναι η ομιλία της κ. Ν. Χατζή, στην εκδήλωση την π. Κυριακής με τίτλο «Οι γυναίκες της Καστοριάς αφηγούνται», που διοργάνωσε ο δήμος Καστοριάς με την ευκαιρία της παγκόσμιας ημέρας της γυναίκας.H γυναίκα στη λογοτεχνία έχει παρουσιαστεί με πολλούς ρόλους. Η μελανότερη περιγραφή της αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα, γιατί εξάλλου και η λογοτεχνία είναι ο καθρέφτης της πραγματικής ζωής. Μέσα από τη λογοτεχνία προβάλλεται η αναλφάβητη γυναίκα, η γυναίκα που γίνεται αν- τικείμενο σεξ και εμπορίας, η γυναίκα που κακοποιείται και βιάζεται, η γυναίκα που δεν έχει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και ζει και εργάζεται σε απαράδεκτες συνθήκες. Πολλές φορές η γυναίκα φαίνεται να έχει δευτερεύοντα ρόλο μέσα στην οικογένεια, να είναι αφελής, αυτάρεσκη, πονηρή, όπως την ήθελαν όλες οι στερεότυπες αντιλήψεις που κυριαρχούσαν στις παλαιότερες πατριαρχικές κοινωνίες.


Αλλά και οι θετικοί ρόλοι που της αποδόθηκαν είναι πολλοί και αφορούν κυρίως την ιδιοσυγκρασία της. Εμφανίζεται στα κείμενα ως το μυαλό της οικογένειας, ο ρυθμιστής όλων των προβλημάτων, ο έξυπνος και εύστροφος νους που δίνει λύσεις,η καλή φίλη,το φύλο που προκαλεί αγνή αγάπη αλλά και φλογερό πόθο.
Όμως από όλους τους ρόλους που καλείται η γυναίκα να ενσαρκώσει στο χώρο της λογοτεχνίας και επομένως και στην πραγματική ζωή προβάλλει κυρίαρχος αυτός της μητρότητας. Ο ρόλος αυτός δεν έχει απαξιωθεί από κανέναν στη λογοτεχνία. Από τα δημοτικά τραγούδια και γενικότερα τη λαϊκή παράδοση έχει υμνηθεί η γυναίκα μάνα. Αλλά και στη νεότερη λογοτεχνία αμέτρητοι καταξιωμένοι Έλληνες λογοτέχνες έχουν γράψει και περιγράψει με τον πιο τρυφερό τρόπο τη μητέρα τους. Ο Γεώργιος Βιζυηνός, ο Ηλίας Βενέζης, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Γεράσιμος Μαρκοράς, ο Άγγελος Σικελιανός και πολλοί άλλοι έχουν αναφερθεί με λέξεις τριαντάφυλλα στη μητέρα τους…
…Οι περισσότεροι από τους ρόλους που αναφέρθηκαν δόθηκαν στη γυναίκα από άντρες λογοτέχνες οι οποίοι και κυριάρχησαν μέχρι το Μεσοπόλεμο.
Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου όμως συμβαίνει κάτι πιο ουσιαστικό για τη γυναίκα στη λογοτεχνία. Οι κοινωνικοί φραγμοί και οι καταπιέσεις που νιώθει καταρρίπτονται σε σημαντικό βαθμό και έτσι αρχίζει να γράφει και η ίδια. Όχι ότι δεν προϋπήρχε η γυναικεία παρουσία στο χώρο της λογοτεχνίας, απλά τότε, οι γυναικείες φωνές άρχισαν να ακούγονται αθρόες. Πλήθος γυναικών προσπαθεί να περιγράψει αυτά που νιώθει και φαντάζεται…
…Οι δυσκολίες που είχαν να αντιμετωπίσουν οι γυναίκες λογοτέχνες ήταν πολλές. Αφενός έπρεπε να αποδείξουν πως εκτός από μούσες μπορούσαν να είναι και εκείνες καλοί δημιουργοί αφετέρου έπρεπε να αποδείξουν ότι δεν ασχολούνται μόνο με ευτελή-απλοϊκά αναγνώσματα , ότι μπορούσαν να εκφράσουν και υψηλά νοήματα…
…Από τη δεκαετία του 1950 οι γυναίκες καταφέρνουν όχι απλά και μόνο να συγγράφουν αλλά και να κυριαρχήσουν στο χώρο της λογοτεχνίας, ξεπερνώντας κάθε δυσκολία. Δεν θα μπορούσε να ερευνηθεί, αν η γυναικεία λογοτεχνία είναι καλύτερη από την αντρική. Το σίγουρο είναι ότι με την είσοδο της γυναίκας στο χώρο της συγγραφής, η λογοτεχνία έγινε πλουσιότερη και η γυναίκα κατάφερε να εκφράσει μια ακόμα δημιουργική πλευρά του εαυτού της.


Το παραπάνω κείμενο είναι συρραφή αποσπασμάτων πανεπιστημιακής εργασίας της συγγραφέως με τίτλο «Η Γυναίκα στη Λογοτεχνία».

Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα






Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα








Πρώτη φορά που την είδα, στεκότανε,
τη νύχτα εκείνη που η Ρώμη καιγότανε,
χιλιάδες χρόνια φωτιά και μηνύματα,
μα δεν ξεχνώ του κορμιού της τα κύματα.

Την είδα πάλι στις όχθες τουΑ Βόλγα,
που ένας στρατιώτης τη φώναξε Όλγα,
κάτι ψιθύρισε μέσα στο κρύο,
τότε μου 'χε φανεί τόσο αστείο.

Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα,
θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα.
Κάτι αν μπορούσα στον κόσμο να άλλαζα,
θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα.

Στο Πάλος νύχτα τ' όνομά της αφήνει,
γραμμένο κάπου στου Κολόμβου την πρύμνη,
τότε που οι Ισπανοί ξεκινούσαν,
και για μια άγνωστη μοίρα μεθούσαν.

Βρέθηκε κάποια στιγμή στη Γαλλία,
πρώτη του Μάη σε μια άδεια πλατεία,
σε λίγο οι φοιτητές θα ξεσπούσαν,
και μια αλλιώτικη ζωή θα ζητούσαν.

Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα,
θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα.
Κάτι αν μπορούσα στον κόσμο να άλλαζα,
θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα.

σήμερα έχει στα χέρια ένα αγόρι,
πάλι ξεκίνησαν οι Σταυροφόροι,
μα ποιος ακούει και ποιος ενδιαφέρεται,
για ένα κόσμο που βράζει και φλέγεται.

Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα,
θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα.

Κάτι αν μπορούσα στον κόσμο να άλλαζα,
θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα.



της Ντ. Χατζηκωνσταντή

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Πηνελόπη Δέλτα , Πρώτες Ενθυμήσεις

Αποσπάσματα από το έργο, που θα γίνουν αντικείμενο μελέτης, επεξεργασίας και ανάλυσης μέσα στην τάξη.
«Ενθυμούμαι τον αυστηρό μας πατέρα, υψηλό, κολόνα ίσιο, ωραιότατο, με μεγά­λα μαύρα μάτια, πυκνά φρύδια και μαλλιά και τετράγωνα κομμένα γένια. Τα φρύδια του όταν σουρώνουνταν, πήγαινε η καρδιά μας στην Κούλουρη.
Η μητέρα μας, υψηλή και κείνη, έμορφη, με ωραιότατο χρω­ματισμό, γαλανά μάτια, καστανά μαλλιά, κόκκινα χείλια, ωραίο στάσιμο, αυστηρή και κείνη, στέκονταν μακριά μας, σα θεότης, που τη λατρεύεις χωρίς να προσπαθείς να την πλησιάσεις. Χάδια από κείνην δεν είχαμε, ούτε ποτέ μας εγκαρδίωνε να της πούμε τον καημό μας. Το ίδιο και ο πατέρας. Ήταν δύο θεότητες, που τις λατρεύεις, τις φοβάσαι, μα προτιμάς να μένεις μακριά απ' αυτές.
Κάθε πρωί, την ώρα που έπαιρναν τον καφέ τους στην κρεβα­τοκάμαρα τους, πλυμένα, χτενισμένα, καθαρά πηγαίναμε μείς τα παιδιά να πούμε «καλημέρα» στους γονείς. Τούς φιλούσαμε επισή­μως, πάντα με κάποιο φόβο στην καρδιά, μην ξεσπάσει καμιά κα­τσάδα, ιδίως αν είχαμε βαρεμένοι τη συνείδηση με καμιάν αταξία, πού τη γνώριζε η Ευγενία, μα που δεν τη μαντάτευε ποτέ, μας φιλούσαν και κείνοι, μέναμε κοντά τους ένα δύο λεπτά, αν είχαν καμιά παραγγελία να μας κάνουν ή καμιά παρατήρηση, και φεύγα­με σιωπηλά, φρόνιμα, φροντίζοντας ν' αποφύγουμε όσο το δυνατόν να θυμούνται την παρουσία μας. Το βράδυ, πριν πάμε να κοιμη­θούμε, πάλι πλυμένοι και χτενισμένοι, πηγαίναμε να πούμε «καλη­νύχτα», φιλούσαμε, μας φιλούσε η μητέρα (ο πατέρας επέστρεφε αργά στο σπίτι, αφού είχαμε πλαγιάσει), και αυτά ήταν τα δύο και μόνα φιλήματα της ημέρας.
Πότε αρχίσαμε να τρώμε στο τραπέζι με τούς γονείς, δεν ξέ­ρω. Πάντως τρώγαμε μόνο το μεσημέρι. Το βράδυ τρώγαμε με τη νάρσα μας στο nusery. Θυμούμαι ένα μεσημεριανό πρόγευμα, πρέπει να ήμουν πολύ μικρή, όπου με σήκωσε από το τραπέζι ό πατέρας, με φώναξε κον­τά του, και με το μεγάλο μαχαίρι που έκοβε το ροζμπίφ φοβέριζε πως θα μου κόψει το δάχτυλο. Είχα φάγει το νύχι μου, και το να τρώγει κανείς τα νύχια του ήταν, με το ψέμα, τα δύο πράματα πού αγρίευαν το περισσότερο τον πατέρα μας. Θυμούμαι το σηκωμένο μαχαίρι, τα σουρωμένα φρύδια τού πατέρα, τα μαύρα του μάτια που βγάζαν φωτιές, τις στριγκλιές μου, και θυμούμαι ακόμα το αίσθημα του πανικού, που μου έκοψε τη φωνή σα νόμισα πως πέ­φτει το μαχαίρι στο αιχμαλωτισμένο μου δάχτυλο στο χέρι του πα­τέρα μου. Πως «με συγχώρεσε» και γιατί, δε θυμούμαι πια. Θυ­μούμαι μόνο πως μου είπε να πάγω στη θέση μου και πως ήθελα να πάγω και δεν μπορούσα, τόσο έτρεμαν τα πόδια μου, και πως φοβούμουν που ήμουν κοντά του, και πάσχιζα να φύγω, και δεν μπορούσα. Και ύστερα θυμούμαι πως σκαρφάλωνα στην καρέκλα μου και μου είπαν να φάγω και δεν μπορούσα να καταπιώ, από τ' αναφιλητά που μου ανέβαιναν όλην την ώρα. Και τ' αδέλφια μου τα μεγάλα τρομαγμένα με κοίταζαν, κ' εγώ ντρεπόμουν φοβερά.
Αυτό το φάγωμα των νυχιών στάθηκε αιτία να φάγω πολύ ξύ­λο. Ήμουν τόσο μικρή που δεν το θυμούμαι, όταν μ' έδειρε ό πα­τέρας μου με το καμτσί του του άλογου, και γέμισαν τα πόδια μου σπυριά. Μου το διηγήθηκε η μητέρα μου σα μεγάλωσα.
Και όμως θυμούμαι πράματα σαν ήμουν τριών χρονών και λι­γότερο ακόμα.
(….)
Τον πατέρα, εμείς τα παιδιά τον φοβούμασταν πάρα πολύ για να μπορούμε και να τον αγαπούμε. Τον τρέμαμε. Σαν έμπαινε ο πατέρας στο σπίτι, τσιμουδιά δεν άκούουνταν στο σπουδαστήριο, όσο μικρά ή μεγάλα και αν ήμασταν. Αν τύχαινε και βρισκόμαστε στην είσοδο για να δούμε την ώρα ή για καμιά δουλειά, την ώρα που άνοιγε ό πατέρας με το κλειδί του και έμπαινε, πηγαίναμε φρόνιμα και τον χαιρετούσαμε (δε μας φιλούσε, απλώς μας χαιρε­τούσε μ' ένα: «Έ, κάτι εδώ; Πες να σερβίρουν γρήγορα, βιάζο­μαι.») Και φεύγαμε βιαστικά, μη μας βρει κανένα ψεγάδι.
Θυμούμαι την επιβλητική του παρουσία, το μεγαλείο του, την ομορφιά του, το ψηλό, δεμένο άλλα λεπτό κορμί του, ίσιο σα λαμ­πάδα, τα πυκνά και σγουρά μαύρα μαλλιά του, τα γένια του, μαύ­ρα και αρκετά μακριά, κομμένα τετράγωνα, κατά την τότε μόδα, τα μεγάλα αμυγδαλωτά του μαύρα μάτια που πετούσαν φωτιές, «τα ωραία Μπενάκικα μάτια», όπως έλεγε η μητέρα μου στα γερά­ματα της, πάντα με λαχτάρα και συγκίνηση. Τον θυμούμαι που έμπαινε στην είσοδο και γέμιζε, λες, αμέσως το σπίτι, θυμούμαι το θαυμασμό μου για τον «πατέρα», την υπερηφάνεια, και συνάμα τη βία να εξαφανιστούμε, μη μας βρει καμιάν αιτία για κατσάδα ή μπάτσο.
Οι μπάτσοι στο πρόσωπο ήταν συχνοί, δίνουνταν εύκολα και θυμούμαι ακόμα τώρα το αίσθημα της ντροπής, τού εξευτελισμού, όσο και της ζάλης πού ακολουθούσε κάθε μπατσιά, που πηγαινοέφερνε το μυαλό μας. Μας μπάτσιζε ο πατέρας κάποτε, αλλά σπα­νιότερα από τη μητέρα, που ζούσε περισσότερο στο σπίτι και τιμω­ρούσε συνεπώς συχνότερα και ευκολότερα.
Ο πατέρας ήταν βίαιος, θυμώδης, αυθαίρετος, κοτζαμπάσης. Εκείνο που ήθελε το ήθελε και το επέβαλλε. Διέταζε. και κείνο άλλοι υπήκουαν. Επιβάλλουνταν. Και οι άλλοι υποχωρούσαν. Ήταν αφέντης..Κάποτε τύραννος. Μα ήταν βαθιά ευγενής. Και ήταν τί­μιος στη σκέψη όσο και στις δοσοληψίες. Και ήταν ειλικρινής, και ήταν υπερήφανος, ίσιος, αλύγιστος, αμείλικτος στο ζήτημα «συνεί­δηση». Το νιώθαμε μείς τα παιδιά, και το ένιωθαν όλοι που τον ήξεραν. Ο πατέρας ήταν «χαρακτήρας».
Αργότερα τον γνώρισα και τον εξετίμησα. Ως το τέλος τοις ζωής του μου έμεινε θεότης απλησίαστος. Μα μου έμεινε και η τελευταία μεγάλη αγάπη της ζωής μου, κάτι σα λατρεία, σα θρη­σκεία. Έκλαψα χάριν του φοβερά. Έκλαψα όλη μου τη ζωή. Μου επιβλήθηκε πάντα και με τυράννησε, ξέροντας και μη ξέρον­τας. Και ως το τέλος βάρυνε η θέληση και η τυραννία του στη ζωή μου. Και όμως έμεινε η τελευταία μεγάλη αγάπη της ζωής μου.
(…)
Τη μητέρα μου τη λάτρευα. Από τα πρώτα χρόνια, όσο μα­κριά πάει η ενθύμηση μου, την αγαπούσα με πάθος αρρωστιάρικο.
Υψηλή, ωραία, πάντα έμορφα αν και απλά ντυμένη, ευπρόσι­τη σε όλους εκτός στα παιδιά της, η μητέρα μας έστεκε μακριά μας όσο και ο πατέρας. Τη φοβούμασταν περισσότερο, γιατί ήταν πιο κοντά, περισσότερο στο σπίτι, πιο έτοιμη να τιμωρήσει από τον πατέρα πού έλειπε όλην την ημέρα. Ήταν και η μητέρα αυστηρή, αυθαίρετη, τυραννική, επιβλητική. Ο λόγος της ήταν νόμος. Υ­πηρεσία και παιδιά διευθύνουνταν με το ραβδί. Οι μπατσιές και το τράβηγμα του αυτιού ήταν τ' αμεσότερα μέσα να την υπακούομε με το πρώτο της νόημα.
Απ' όλους μας, ο Αντώνης έχει φάγει το περισσότερο ξύλο. Σκάνταλος, ορμητικός, ανυπότακτος, γεμάτος «ιδέες», ζωή και δράση, αδιάκοπα έπεφτε σε περιπέτειες πού τελείωναν με μπά­τσους και τράβηγμα των αυτιών. Τότε κοκκίνιζε ως μέσα στα μαλ­λιά του, ντρέπουνταν, υπέφερε στο φιλότιμο του, στην υπερηφά­νεια του που ήταν μεγάλη, μα ποτέ δεν έλεγε τίποτα, ούτε έκλαιγε ποτέ, ούτε καταδέχουνταν να ξεφύγει με ένα ψέμα ή να διαμαρτυ­ρηθεί. Σήκωνε το κεφάλι υπερήφανα, έτρωγε το ξύλο και δεν απαντούσε.
Και εμείς τα κορίτσια είχαμε για κεινον «hero workship”( ηρωολατρεία). Κοντά του σκαντάλευα κ' εγώ κ' έτρωγα μπόλικο ξύλο. Η Αλεξάνδρα ήταν η λιγότερο τιμωρημένη γιατί ήταν πάντα φρόνιμη και δεν μπλέκονταν στις δικές μας αταξίες. Η φωνή της ήταν πάντα φωνή της σοφίας.(…)


Γιατί οι γυναίκες τότε δεν ήταν εκείνο πού είναι σήμερα. Ελευθερία δράσεως, θελήσεως, ακόμα και σκέψεως δεν είχαν. Οι γυναίκες τότε ήταν υποταγμένες στον άντρα. Θέληση δική τους δεν είχαν, ούτε γνώμη, ούτε σκέψη ανόμοια με τη σκέψη του αντρός. Και μια φορά παντρεμένη, έπαυε να υπάρχει ως άτομο. Κινούν­ταν, δρούσε, μιλούσε, φέρουνταν στον κόσμο όπως ήθελε ο αφέν­της της. Αν ήταν κοσμικός, έπρεπε να είναι και κείνη κοσμική, είτε της άρεζε ο κόσμος είτε όχι. Αν την ήθελε στο σπίτι κλεισμέ­νη ο άντρας της, έπρεπε να κλειστεί και ας τρελαίνουνταν τον κό­σμο. Επισκέψεις επιτρέπουνταν. Μα αυτές τις ανταλλαγές επισκέ­ψεων, μόνο γυναίκες τις έκαμναν. Άντρες δεν έβλεπε η γυναίκα παρά σε γεύματα (σπάνια τον καιρό εκείνον), σε χορούς (σπανιό­τερους ακόμα), στον περίπατο ή στους δρόμους.
Η υποκρισία ήταν επιβεβλημένη. Μια γυναίκα κοσμική λόγου χάρη που είχε άντρα μη κοσμικό, έπρεπε, όχι μόνο να μην πηγαί­νει στον κόσμο, άλλα και να λέγει πως δεν της αρέσει. Και τανά­παλιν. «Αφού του αρέσει ο κόσμος, χρεωστεί να τον ακολουθεί και κείνη.»
Που να ταξιδέψει γυναίκα μόνη, τότε! «Αφού τον αφήνει, κα­λά της κάνει και παίρνει φιληνάδα.» Όλη η κοινωνία την αποδο­κίμαζε και την αναθεμάτιζε.
Ούτε να πολυφροντίζει το εξωτερικό της η γυναίκα δεν έπρε­πε. Καμιά δεν ομολογούσε πως αγαπούσε το λούσο, τα όμορφα φορέματα, τα διαμαντικά. «Μου τα έδωσαν, και τα φορώ γιατί μου τα έδωσαν», έλεγε η μητέρα μου, όταν τύχαινε να φορέσει κα­νένα στολίδι.
— «Ναι! Φορέματα τώρα!» έλεγε πάλι ή μητέρα, αν της έλεγε καμιά φιληνάδα να ράψει τούτη ή εκείνη τη μόδα. «Όποια γυναί­κα έχει άντρα και παιδιά, δεν έχει καιρό για μόδες.» Αυτά ήταν για τις ξεμυαλισμένες, τις «παρίες» της κοινωνίας. Είχε και τέτοιες, και τις έδειχναν με το δάχτυλο. Χαμένα ρούχα, σου έλεγαν. Τιποτένιες γυναίκες.
Εντούτοις είχε και κομψές, και όμορφες, και καλοντυμένες, και πουδραρισμένες, και στολισμένες. Μα η ετοιμασία, η φροντί­δα, το στόλισμα γίνουνταν κρυφά στην κρεβατοκάμαρα, με κλειδω­μένες τις πόρτες. Όποια κοίταζε καθρέφτη, ήταν ξεμυαλισμένη. Γυναίκες και κορίτσια, σαν αντίκριζαν καθρέφτη έπρεπε να κά­νουν πώς τον περιφρονούν, πώς δεν κοιτάζονται, πώς αδιαφο­ρούν. Έξω από την κρεβατοκάμαρα, όπου γίνουνταν το στόλισμα, η γυναίκα υποτίθουνταν πως δεν ενδιαφέρεται στην εμφάνιση της.
Μα επειδή και τότε η γυναίκα ήταν γυναίκα, οι κρυφές μα­τιές, τα κρυφά συγυρίσματα μαλλιών ή φορέματος, το κρυφό τσίμ­πημα μάγουλων για να κοκκινίσουν, το κρυφό σιάξιμο καπέλου ή κολάρου, έπαιρναν κ' έδιναν.
Και, μοιραία, έκριναν και δίκαζαν και καταδίκαζαν, τα παι­διά. Ό πατέρας μας σαν έμπαινε στο σπίτι και κρέμαγε το καπέλο στην κρεμάστρα, έριχνε μια βιαστική ματιά στον καθρέφτη, έσιαζε με τη βούρτσα και το χτένι που ήταν στο ραφάκι της κρεμάστρας τα πυκνά του μαλλιά, διόρθωνε τη γραβάτα του αν είχε στραβώ­σει, βούρτσιζε το ρούχο του βιαστικά και πήγαινε στην τραπεζα­ρία με το βιαστικό του πάντα: «Σερβίρετε γρήγορα.»
Μα ο πατέρας ήταν ο αφέντης, δεν είχε να δώσει λογαριασμό σε κανέναν. Ότι έκαμνε, το έκαμνε ανοιχτά.
Όταν όμως τύχαινε να δω τη μητέρα να κρυφοκοιτάξει τον καθρέφτη, να κρυφοσηκώσει κανένα μαλλάκι κάτω από το τρίχινο διχτάκι που φορούσαν τότε στο μέτωπο, να διορθώσει κρυφά το νταντελάκι του λαιμού της ή να τεντώσει τη ζαρωμένη της φούστα, ντρεπόμουν. Και δεν ήξερα γιατί ντρεπόμουν. Μάς είχαν μάθει και μας, πως ήταν κακό να κοιτάζεις στον καθρέφτη. Μα αν ήταν κακό, γιατί το έκανε ή μαμά; Και αν δεν ήταν κακό, γιατί το έκανε κρυφά;
Ο πατέρας κοίταζε στον καθρέφτη και διορθώνουνταν. Μα εκείνος το έκαμνε χωρίς να κρυφθεί. Εκείνος είχε πάντα κάποια καλή αιτία να το κάνει. Ενώ η μαμά το έκανε κρυφά, άρα ήταν κακό, άρα δεν έπρεπε να γίνεται.
Θυμούμαι ακόμα τη δυσφορία, την ψυχική ανησυχία που μ' έπιανε και με βασάνιζε κάθε φορά που τύχαινε να πιάσω επ΄ αυτοφώρω τη μητέρα σε καμιά της τέτοια κρυφή κίνηση. Και πόσο ντρέπουμουν που την είχα δει, προπάντων που, αν το αντιλαμβάνουνταν η μητέρα, θύμωνε και ξεσπούσε σε κανένα μάλωμα:
— «Τι θες εδώ; Τι μπαίνεις κρυφά στην κάμαρα; Πήγαινε γρή­γορα στο σπουδαστήριο, μη σε δείρω!»
Και έφευγα δρομέως! Τι ήθελα να το δω! Τι ήθελα στην τρα­πεζαρία! Τι ήθελα να μπω «κρυφά» στην κάμαρα! Πάντα «κρυφά» περπατούσαμε, μην κάνομε κρότο, μη μας ακούσουν, έξω από τις ώρες που δικαιωματικώς μπαίναμε στην τραπεζαρία ή στην κρεβα­τοκάμαρα των γονέων.
Και μαζευόμουν τρομαγμένη, και αν με ρωτούσαν τ' αδέλφια μου: «Τί έπαθες πάλι; Τί έκανες και σε μάλωσαν;» δεν έλεγα, από ντροπή, από κάποιο αίσθημα μειώσεως που δεν ήξερα να το εξηγή­σω μα που πονούσε βαθιά, γιατί άγγιζε τη μητέρα, τη «θεότητα», τη λατρεμένη, που έκαμνε πράματα πού δεν έπρεπε να κάνει, που τα είχα δει, ενώ δεν έπρεπε να τα είχα δει.
Πληγές παιδικές, αυτές, που δε γιατρεύονται ποτέ.
(….)
Ήταν αυταρχική, δεσποτική, η μητέρα. Ήταν κάποτε κα σκληρή. Μα υπέκυπτε πάντα στον πατέρα, την ώρα που της επιβάλουνταν εκείνος. Κατά βάθος, και με τον καιρό, «με τρόπο», τον έφερνε πάντα στα νερά της, τον έκαμνε εκείνο που ήθελε. Και μείς τα παιδιά το νιώθαμε, χωρίς να ξέρομε ούτε το πώς ούτε το γιατί, μα ξέραμε πως αρχή και δύναμη στο σπίτι ήταν η μητέρα. Κ' επει­δή υπέκυπτε κατά το φανερό στη θέληση του πατέρα, στο σπίτι μέσα και στα παιδιά της ανταπέδιδε τα ίσα, ήταν δεσποτική, επι­βλητική, τυραννική, συχνά σκληρή και πάντα ανελεύθερη.
(….)Ήταν αγέρωχη, τυραννική, αμείλικτη συχνά η μητέρα. Όλοι οι Χωρέμηδες ήταν σκληροί και στεγνοί. Και η μητέρα ήταν Χωρέμαινα ως την ψυχή. Όταν νόμιζε πως ένα πράμα ήταν σωστό ή χρήσιμο, τραβούσε το δρόμο της, ίσια κατά το σκοπό της, αδιαφο­ρώντας αν τσαλαπατούσε καρδιές, αγνοώντας πως ρήμαζε ζωές.


Έτσι πάντρεψε σχεδόν με τη βία την Κατίνα Καλαμποκίδη με τον Αμηρά για να μην την πάρει ο Στέφανος Καρτούλης, που την αγαπούσε, και να πάρει την Ελβετία Χωρέμη, που δεν την πήρε στο τέλος και πήγαν χαμένες οι τρεις αυτές ζωές. (….)


Στο ζήτημα της «αγάπης», και ο πατέρας ήταν στεγνός. «Αγά­πες, ανοησίες!» έλεγε με περιφρόνηση. Και οι δυό τραβούσαν εμπρός, σύμφωνοι σ' αυτό, πως όλη ή ζωή κανονίζεται με το «πρέ­πει» και «δεν πρέπει», πως η λογική, η κρίση, η φρονιμιά υπερέ­χουν, πως το «αίσθημα» ήταν και ανόητο και επικίνδυνο και δεν έπρεπε να λαμβάνεται υπ’όψιν. Και τσαλαπάτησαν και κατέστρεψαν ζωές, και οι δυό, ιδίως η μητέρα που καταγίνουνταν περισσό­τερο σ' αυτά, και πέθαναν χωρίς να το αντιληφθούν ποτέ, χωρίς ποτέ να σταματήσουν, να διερωτηθούν καν, αν αυτό που κάνουν δεν είναι εγκληματικό.
(….)
Η ζωή τότε ήταν σκληρή, ιδίως για τη γυναίκα. Μα έφτιανε χαρακτήρες. Το «δεν μπορώ», ήταν περιφρονημένη έκφραση. Κα­νένας μας δεν τό 'λεγε, ακόμα και όταν ήμαστε νικημένοι. Καταπα­τημένοι, κουρελιασμένοι, υποταγμένοι, κάναμε την ανάγκη φιλοτι­μία και προσποιούμασταν πως θέλαμε τη δυστυχία μας, έτσι, από υπερηφάνεια, αποκρούοντας τον οίκτο.
Υπήρχαν βέβαια, και αδύνατοι, που λύγιζαν τους ώμους, που κλαίγουνταν και στέναζαν. Αυτοί ήταν οι περιφρονημένοι, οι αποτυχημένοι.


(….)
Από μικρά μαθαίναμε τούς καημούς μας να μην τους μοιρα­ζόμαστε με άλλους, ούτε καν με τ' αδέλφια μας. Αν πόνεσαν, αν υπέφεραν τ' αδέλφια μου, δεν τό 'μαθα ποτέ, δεν παραπονέθηκαν ποτέ. Αργότερα, αν γνώρισα τούς καημούς τού Αλεξάνδρου, προκάλεσα εγώ τις εξομολογήσεις τους, πρώτον γιατί έβλεπα η ίδια τις αδικίες που γίνουνταν εις βάρος του, υπέρ της χαϊδεμένης Αργίνης, της μικρότερης του κατά τεσσεράμισι χρόνια, και δεύτε­ρον γιατί τον περνούσα εγώ άλλα τεσσεράμισι χρόνια και του επιβαλλόμουν και τον έβαζα να μου τους λέγει, αναλυμένο στα δά­κρυα, τον καημενούλη!


Μα εμείς, οι τρεις μεγάλοι, κλειόμασταν στην υπερήφανη σιω­πή μας. Ποτέ δεν ομολογούσαμε πως μας πόνεσε ένας μπάτσος ή το τράβηγμα του αυτιού. Σιωπηλοί, ντροπιασμένοι, γυρεύαμε να κρύψομε ο ένας του άλλου το τσούξιμο που μαρτυρούσε το κοκκι­νισμένο μάγουλο, ή, αν δεν ήταν τρόπος να το κρύψομε, το ρίχνα­με στην καυχησιολογία, τάχα «πως δεν πονούσε το χέρι της μα­μάς», ενώ πονούσε πολύ, χέρι λεπτό, με όμορφα μακριά δάχτυλα, χέρι δυνατό, που καταπιάνουνταν όλες τις δουλειές και που διεύ­θυνε τα πάντα και τα έβγαζε όλα πέρα.
(….)
Θυμούμαι τ αίσθημα αυτό, στη στενοχωρεμένη μου παιδική ζωή. Όλο το σπίτι, η ατμόσφαιρα του, η αυστηρότης του, η έλλει­ψη τρυφερότητος, βάραινε απάνω μου σα βραχνάς. Όταν όμως έμπαινα στο σπουδαστήριο μας, μου φαίνουνταν πως ανέπνεα ατμόσφαιρα ανωτερότητος. Το μεγάλο τραπέζι με τη βυσσινιά του τσόχα που το σκέπαζε όλο και κρέμουνταν ολόγυρα- η σιφονιέρα από μαόνι, όπου φυλάγαμε τις μπογιές μας, τα μολύβια, πένες, παιχνίδια, εξαρτήματα ραπτικής· οι βιβλιοθήκες με τα βιβλία τα διδακτικά και τ' αναγνώσματα μας τα διασκεδαστικά…

Τα λογοτεχνικά ρεύματα και κινήματα

1) Κλασικισμός

Ο κλασικισμός είναι ένα καλλιτεχνικό ρεύμα που γνώρισε μεγάλη άνθηση στον 17ο αιώνα. Εκφράστηκε σε όλες τις μορφές της τέχνης, την αρχιτεκτονική, την μουσική, τη ζωγραφική και τη λογοτεχνία. Αντικατέστησε το μπαρόκ και έδωσε την θέση του στον ρομαντισμό πριν γνωρίσει μία νέα άνθηση με τον νεοκλασικισμό.

Ο κλασικισμός επηρέασε κυρίως την Γαλλία.Ο πρώτος σκοπός αυτού του ρεύματος είναι να δημιουργήσει αρμονία ανάμεσα στα κείμενα και στα γραπτά. Εκείνη την εποχή οι συγγραφείς έπρεπε να ανταποκρίνονται σε αυστηρούς κανόνες καθώς δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο κλασικισμός έφτασε στο απόγειο του κατά την διάρκεια της βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΔ΄,του Βασιλιά-Ήλιου. Επίσης αυτή η λογοτεχνία έχει ως απώτερο στόχο να δοξάσει την ΄βασιλεία και τον βασιλιά τον ίδιο. Έτσι συναντά κανείς το πρότυπο ενός σωστού ανθρώπου και τίμιου ανθρώπου, όπως ακριβώς θα παρουσιαζόταν στην βασιλική αυλή. Πρέπει η κλασική λογοτεχνία να διατηρήσει τον ρεαλισμό και να μην περιέχει τίποτε το φανταστικό ή το μη ρεαλιστικό. Μία στροφή προς τα κείμενα της αρχαιότητας (αρχαιοελληνικά,ρωμαϊκά) λαμβάνει χώρα στην κλασική λογοτεχνία και κυρίως στη θεατρική λογοτεχνία.
Κωμωδία

Η κωμωδία του Μολιέρου ήταν η επικρατέστερη της εποχής. Για αυτό και ο Μολιέρος ισχύει ως ένας απο τους μεγαλύτερους θεατρικούς συγγραφείς του κόσμου και ο μεγαλύτερος της Γαλλίας. Σύμφωνα με τον Μολιέρο, η κωμωδια προσπαθεί να βελτιώσει τα πταίσματα των ανθρώπων διασκεδάζοντας τους ταυτόχρονα. Έτσι ο Μολιέρος επιτίθεται στα μειονεκτήματα των ανθρώπων, όπως η απιστία, η υποκρισία, η τσιγκουνιά...

Τα χαρακτηριστικά της κλασικής κωμωδίας είναι

Η δράση διαδραματίζεται στο παρόν σε μια αστική οικογένεια
Διακρίνεται σε τρία ή πέντε μέρη
Γλώσσα σχεδόν προφορική
Έντονο κωμικό στοιχείο
Πρόσωπα εμπνευσμένα από την ιταλική Comedia dell'Arte


2) Ρομαντισμός
O Ρομαντισμός αποτελεί καλλιτεχνικό κίνημα που αναπτύχθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα στη Δυτική Ευρώπη. Αναπτύχθηκε αρχικά στη Μεγάλη Βρετανία και τη Γερμανία, για να εξαπλωθεί αργότερα κυρίως στη Γαλλία και την Ισπανία. Καταρχήν αποτέλεσε λογοτεχνικό ρεύμα, ωστόσο επεκτάθηκε τόσο στις εικαστικές τέχνες όσο και στη μουσική.
Ακολούθησε ιστορικά την περίοδο του διαφωτισμού και αντιτάχθηκε στην αριστροκρατία της εποχής. Συνδέθηκε μάλιστα ισχυρά, με τις ιδέες του Ζαν Ζακ Ρουσσώ. Κύριο χαρακτηριστικό του ρομαντισμού αποτελεί η έμφαση στην πρόκληση ισχυρής συγκίνησης μέσω της τέχνης καθώς και η μεγαλύτερη ελευθερία στη φόρμα, σε σχέση με τις περισσότερο κλασσικές αντιλήψεις. Στον ρομαντισμό, κυρίαρχο στοιχείο είναι το συναίσθημα αντί της λογικής.
3) Ρεαλισμός
Ο ρεαλισμός στη λογοτεχνία μπορεί να έχει δύο σημασίες: γενικά την προσπάθεια για πιστή και αντικειμενική απόδοση της πραγματικότητας και ειδικότερα μια τάση που επικράτησε τον 19ο αι. κυρίως ως αντίδραση στις υπερβολές του ρομαντισμού. Η τάση αυτή εμφανίστηκε αρχικά στη Γαλλία με τα έργα τωνΟνορέ ντε Μπαλζάκ και Γκιστάβ Φλομπέρ.

Γενικά χαρακτηριστικά του ρεαλισμού στη λογοτεχνία:
Επιλογή ενός θέματος από τη σύχρονη πραγματικότητα. Είναι θέμα κοινό, από την καθημερινή εμπειρία.
Η πραγματικότητα παρουσιάζεται αντικειμενικά, χωρίς εξιδανίκευση ή εξωραϊσμό, και τις περισσότερες φορές με κριτική διάθεση.
Παρουσίαση ανθρώπινων τύπων συνηθισμένων και καθημερινών, χωρίς τίποτα το ηρωικό.
Προσπάθεια για αποκάλυψη της ψυχολογίας του ήρωα, κυρίως μέσω των πράξεών του, και για ερμηνεία της συμπεριφοράς.
Η αντίδραση στον ρομαντισμό δεν σημαίνει ότι τα έργα είναι απαλλαγμένα τελείως από ρομαντικά χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα το υποκειμενικό στοιχείο δεν είναι δυνατόν να απουσιάσει από κανένα έργο. Η διαφορά μεταξύ των δύο ρευμάτων είναι ότι στον ρομαντισμό το υποκειμενικό και ατομικό στοιχείο είναι συνειδητά υπερτονισμένο.
Λεπτομερής και ακριβής απόδοση της εξωτερικής πραγματικότητας με πιστότητα και αληθοφάνεια. Αυτό επιτυγχάνεται με εκτενείς περιγραφές χώρων, αντικειμένων, ανθρώπων.
Ρεαλιστική, δηλαδή αληθοφανής, οργάνωση της πλοκής: στα ρεαλιστικά έργα δεν έχουν θέση οι απιθανότητες των ρομαντικών έργων, όπως οι ήρωες που σώζονται συνεχώς ως εκ θαύματος από κινδύνους ή ήρωες που εμφανίζονται ξαφνικά την πιο "κατάλληλη" στιγμή.
Ο ρεαλισμός στη νεοελληνική λογοτεχνία
Στη λογοτεχνία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους αρχικά κυριάρχησε ο ρομαντισμός. Έτσι κατά την περίοδο 1830-1880σχεδόν όλα τα έργα είναι καθαρά ρομαντικά, αισθηματικά ή ιστορικά. Υπήρξαν όμως και κάποια δείγματα ρεαλισμού, χωρίς όμως αυτή η τάση να επικρατήσει.
Τα πρώτα έργα αυτά ήταν:
Ο "Πολυπαθής" (1839) και ο "Ζωγράφος" (1842) του Γρ. Παλαιολόγου
Ο "Θάνος Βλέκας"(1855) του Π. Καλλιγά
Η "Πάπισσα Ιωάννα" (1866) του Ροΐδη
Ο "Λουκής Λάρας" (1879) του Βικέλα είναι το έργο που θεωρείται ότι σηματοδοτεί τη στροφή προς τον ρεαλισμό.
ράγματι, από το 1880 και μετά, η πεζογραφία στράφηκε στη σύγχρονη πραγματικότητα, ιδιαιτέρως αυτή της υπαίθρου, και επικράτησε η ρεαλιστική τεχνοτροπία. Ο ρεαλισμός όμως στη νεοελληνική λογοτεχνία εμφανίστηκε διαφοροποιημένος από τον ευρωπαϊκό ρεαλισμό κυρίως για τον λόγο ότι η επίδραση των ξένων μυθιστορημάτων εθεωρείτο επιβλαβής για τα ήθη του λαού, ιδιαίτερα των νέων και των γυναικών. Έτσι οι συγγραφείς ενθαρρύνονταν να επιλέξουν θέματα από την "αγνή" αγροτική ζωή (την οποία οι περισσότεροι νοσταλγούσαν). Γι' αυτό η τάση που επικράτησε στη νεοελληνική λογοτεχνία από το 1880 ως τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν η ηθογραφία, δηλαδή αρχικά απεικόνιση της αγροτικής ζωής, συνήθως με εξιδανικευμένο και ειδυλλιακό τρόπο, και έπειτα της αστικής ζωής.

Κυριότεροι εκπρόσωποι της ρεαλιστικής ηθογραφίας εκείνης της περιόδου είναι οι:
Στις αρχές του 20ου αι. εμφανίζονται συγγραφείς με εντονότερο κοινωνικό προβληματισμό -συχνά ιδεολογικά χρωματισμένο- που αντλούν την έμπνευσή τους από την αστική ζωή και εκθέτουν στα έργα τον προβληματισμό τους για κοινωνικά θέματα. Οι κυριότεροι από αυτούς είναι:

4) Παρνασσισμός
Με τον όρο παρνασσισμός αναφερόμαστε στην ποιητική σχολή που αναπτύχθηκε στη Γαλλία, στα μέσα του 19ου αιώνα. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1886 από τον εκδότη Αλφόνς Λεμέρ στην ποιητική ανθολογία του Σύγχρονος Παρνασσός και αποτελεί αναφορά στο ελληνικό βουνό τουΠαρνασσού και την μυθολογική του υπόσταση ως κατοικία τωνΜουσών. Ως λογοτεχνικό ρεύμα, ο παρνασσισμός αποτέλεσε μία αντίδραση στο κίνημα του ρομαντισμού και επανέφερε στηντέχνη στοιχεία του κλασικισμού, ενώ επηρεάστηκε σημαντικά από το έργο του Θεόφιλου Γκωτιέ Η τέχνη για την τέχνη.

Χαρακτηριστικά του Παρνασσισμού:
Επιδίωκαν την πιστότητα, τη ρεαλιστική αναπαράσταση και την απάθεια, σε αντίθεση με την υπερπροβολή συναισθημάτων του ρομαντισμού. Χαρακτηριστικό των ποιημάτων τους είναι η στατικότητα, γι' αυτό και παρομοιάζονται με ζωγραφικούς πίνακες. Η πιστότητα στα ποιήματα επιτυγχάνεται με τις ακριβείς περιγραφές και την επιμονή στην αναζήτηση των κατάλληλων λέξεων, ειδικά των επιθέτων.
Αντλούσαν την έμπνευσή τους από σκηνές της καθημερινής, κοινωνικής αλλά και ιστορικής πραγματικότητας. Στράφηκαν προς την κλασική (ελληνική και ρωμαϊκή) αρχαιότητα αλλά και προς τον ινδικό πολιτισμό.
Ως προς τη μορφή, οι παρνασσιστές επιδίωκαν την απόλυτη τελειότητα. Επεξεργάζονταν πολύ τους στίχους και πειθαρχούσαν απόλυτα στους μετρικούς κανόνες. Αυτό είναι και το μεγαλύτερο πλεονέκτημα των ποιημάτων, που κατά τ' άλλα θεωρούνται ψυχρά.
Στην Ελλάδα επιδράσεις του παρνασσισμού υπάρχουν σε ποιήματα του Κωστή Παλαμά (στα πρώτα του ποιήματα), τουΓρυπάρη, του Μαλακάση, του Πορφύρα, του Μαβίλη και άλλων.
5)Νατουραλισμός
Νατουραλισμός ονομάζεται στη λογοτεχνία ένα ρεύμα που αναπτύχθηκε στη Γαλλία τον 19ο αιώνα, κυρίως με το έργο τουΕμίλ Ζολά. Η νατουραλιστική πεζογραφία είναι εξέλιξη τηςρεαλιστικής και έχει πολλά κοινά σημεία με αυτήν, αφού ξεκινά, όπως και η ρεαλιστική, από την επιθυμία της απεικόνισης της πραγματικότητας με ακρίβεια και χωρίς ωραιοποίηση, αλλά διαφέρει ως προς το φιλοσοφικό υπόβαθρο που διακρίνεται πίσω από τα νατουραλιστικά έργα.
Οι νατουραλιστές συγγραφείς πιστεύουν ότι η συμπεριφορά του ανθρώπου ρυθμίζεται από τους παράγοντες της κληρονομικότητας και του περιβάλλοντος, με αποτέλεσμα οι ήρωες των έργων τους να παρουσιάζονται ως άτομα που δρουν με βάση τα εσωτερικά τους ένστικτα (κυρίως την πείνα και την σεξουαλική επιθυμία) και υπό την επίδραση των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών.

Τα νατουραλιστικά έργα ξεχωρίζουν επίσης για την υπερβολικά λεπτομερή απόδοση της πραγματικότητας, ακόμα και σε σκηνές ιδιαίτερα βίαιες, και συχνά για το τραγικό τέλος, στο οποίο ο ήρωας συνήθως οδηγείται στην καταστροφή.
6) Υπερρεαλισμός
Ο υπερρεαλισμός ή σουρρεαλισμός ήταν ένα κίνημα που αναπτύχθηκε κυρίως στο χώρο της λογοτεχνίας αλλά εξελίχθηκε σε ένα ευρύτερο καλλιτεχνικό και πολιτικό ρεύμα. Άνθισε κατά κύριο λόγο στη Γαλλία των αρχών του 20ου αιώνα, κατά την περίοδο μεταξύ του πρώτου και δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Στη φύση του επαναστατικό κίνημα, ο υπερρεαλισμός επιδίωξε πολλές ριζοσπαστικές αλλαγές στο χώρο της τέχνης αλλά και της σκέψης γενικότερα, ασκώντας επίδραση σε μεταγενέστερες γενιές καλλιτεχνών. Τα μέλη του αντέδρασαν σε αυτό που οι ίδιοι ερμήνευαν ως μία βαθιά κρίση του Δυτικού πολιτισμού, προτείνοντας μία ευρύτερη αναθεώρηση των αξιών, σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής, στηριζόμενοι στις ψυχαναλυτικές θεωρίες του Φρόυντ και στα πολιτικά ιδεώδη του Μαρξισμού. Ως κύριο μέσο έκφρασης, τόσο στη λογοτεχνία όσο και στις εικαστικές τέχνες, προέβαλαν τον «αυτοματισμό», επιδιώκοντας τη διερεύνηση του ασυνειδήτου, την απελευθέρωση της φαντασίας «με την απουσία κάθε ελέγχου από τη λογική» και διακηρύτοντας τον απόλυτο μη κονφορμισμό.

Τα Μανιφέστα του Υπερρεαλισμού:
Το Σουρρεαλιστικό Μανιφέστο του Αντρέ Μπρετόν εμφανίστηκε το 1924. Μέσα σε αυτό το εκτεταμένο κείμενο αποτυπώνονται οι φιλοδοξίες και οι σκοποί του υπερρεαλισμού. Η φαντασία, η τρέλα, το ασυνείδητο και η παντοδυναμία του ονειρικού στοιχείου αποτελούν τα προπύργια της υπερρεαλιστικής οπτικής. Αποδίδονται ακόμα ιδιαίτερες τιμές στον Σίγκμουντ Φρόυντ, που είναι ο πρώτος αναλυτής των ονείρων, ως μέσο για την κατανόηση του ατόμου. Ο σουρρεαλισμός γίνεται κήρυκας της απαλλαγής του ανθρώπου από τον έλεγχο της λογικής και από κάθε επιταγή ηθικής τάξης. Βασικό στοιχείο του αποτελεί ακόμα η αντίθεση στον Χριστιανισμό και τον καρτεσιανισμό, που σύμφωνα με τη θεωρία του υπερρεαλισμού παραλύουν όλη την σκέψη της Δύσης. Το 1930 παρουσιάστηκε το Δεύτερο Μανιφέστο. Αυτό στρέφεται πιο έντονα στην ερμητική καιαλχημιστική παράδοση, χωρίς βέβαια να εγκαταλείπεται ο αντιχριστιανισμός και ο αριστερισμός.
7)Αισθητισμός
O Αισθητισμός είναι ένα κίνημα συνδεδεμένο με την τέχνη και την λογοτεχνία στα τέλη του 19ου αιώνα στην Βρετανία. Γενικά, αναπαριστά την ίδια τάση που έδωσε ο Συμβολισμός και η Παρακμή στην Γαλλία και μπορεί να θεωρηθεί το Αγγλικό παρακλάδι του ίδιου κινήματος. Ανήκει στην Βικτωριανή αντίδραση και έχει ρομαντικές ρίζες. Έλαβε χώρα στα τέλη τηςΒικτωριανής περιόδου, περίπου από το 1868 μέχρι το 1901, και θεωρείται ότι τελείωσε με την δίκη του Όσκαρ Ουάιλντ. Παρόλ' αυτά υπάρχει ένα αναπτυσσόμενο αισθητικιστικό κίνημα σε πολλές πόλεις της Ευρώπης, περισσότερο στις Βρυξέλλες, υπό την ηγεσία του Metthew Elliott
Οι καλλιτέχνες και οι συγγραφείς του κινήματος του Αισθητισμού πίστευαν ότι ο ρόλος οποιασδήποτε μορφής τέχνης είναι να παρέχει εκλεπτυσμένη αισθησιακή ηδονή παρά να εκφράζει ηθικά ή συναισθηματικά μηνύματα. Συνεπώς, δεν δεχόντουσαν τις ωφελιμιστικές θεωρίες των John Ruskin και τουMatthew Arnold, σύμφωνα με τις οποίες η τέχνη είναι κάτι ηθικό ή χρήσιμο. Αντί αυτού, πίστευαν ότι η Τέχνη δεν έχει κάποιον διδακτικό σκοπό αλλά χρειάζεται απλά να είναι όμορφη.
Ο Αισθητισμός ανέπτυξε την λατρεία της ομορφιάς, την οποία θεωρούσαν το βασικότερο παράγοντα στην Τέχνη. Υποστήριζαν ότι η Ζωή πρέπει να αντιγράφει την Τέχνη.
Τα κύρια χαρακτηριστικά του κινήματος ήταν :
πρόταση αντί δήλωσης
φιληδονία
μαζική χρήση συμβόλων
και συναισθησιακή ισχύ, που σημαίνει, εναρμόνιση μεταξύ λέξεων, χρωμάτων και μουσικής.

Πηγή : Βικιπαίδεια

Λογοτεχνικά ρεύματα


Λογοτεχνικό κίνημα λέγεται μια ομάδα επαναστατημένων λογοτεχνών με ορισμένο πρόγραμμα που αγωνίζονται να το επιβάλλουν, όπως π.χ. οι ντανταϊστές, οι φουτουριστές κ.α.Λογοτεχνικά ρεύματα λέγονται οι τεχνοτροπίες, οι αισθητικές παρουσιάσεις των έργων της λογοτεχνίας. Οι επιστημονικές, οι φιλοσοφικές και οι κοινωνικοοικονομικές αντιλήψεις των λογοτεχνικών συγγραφέων ή οι διαμορφωτικοί παράγοντες που επηρεάζουν το συγγραφέα ή τον κάθε δημιουργό στην αισθησιακή παρουσίαση του έργου του.

Σπάνια ένα σπουδαίο έργο ανήκει αποκλειστικά σε μια μόνο σχολή ή τεχνοτροπία. Τη λογοτεχνία σήμερα επηρεάζουν τα εξής ρεύματα, τα οποία άρχισαν να διαμορφώνονται από τον 18ο - 19ο αι. μ.Χ. στο εξωτερικό:
1) Ο κλασικισμός. Είναι η μορφή της λογοτεχνίας, που θεωρεί ως ιδανικό την ελληνική ρωμαϊκή αρχαιότητα. Θέλει να ξαναγυρίσουμε στα αρχαία πρότυπα και ιδανικά, την τελειότητα. Στον κλασικισμό η λογική κυριαρχεί πάνω στο συναίσθημα και τη φαντασία. Η έκφραση έχει πάντα την πληρότητα την αρτιότητα, την κυριολεξία, το φυσικό και το απέριττο. Επιδιώκεται το τέλειο, το αρμονικό, το πλαστικό και η ισορροπία. Ο όρος «κλασικισμός» προέρχεται από τη λατινική λέξη classicus που σημαίνει αυτός που κατατάσσεται σε μια εξέχουσα τάξη (class), ο πλούσιος ρωμαίος, όταν κατέχειπάνω από 120 000 ασσάρια.
Κλασικό ονομάζουμε ένα εξέχον έργο, κάθε τι που διαθέτει ανεξάντλητη δύναμη αντίστασης στην πάροδο και την καταλυτική επίδραση του χρόνου, που αντέχει στην κριτική όλων των ανθρώπων και αναγνωρίζεται ως τέλειο, έξοχο και πρότυπο, άξιο μεγάλης προσοχής και βαθύτατου σεβασμού, όπως π.χ. ο Παρθενώνας, τα αγάλματα του Φειδία, του Πραξιτέλη κ.α., αλλά και η μουσική του Μπετόβεν, τα έργα του Σαίξπηρ κ.α.
Κλασσικοί Γάλλοι συγγραφείς: Ρονσάρ, Λαφονταίν, Μολιέρος, Ρακίνας κ.α.,Γερ-μανοί: Γκαίτε, Σίλλερ, Λέσιγκ κ.α. Ελλάδα: Α. Κάλβος
2) Ο ρομαντισμός. Ρομαντισμός λέγεται η λογοτεχνική πνευματική κίνηση που δημιουργήθηκε αρχές 19ου αι. σ’ αντίθεση του διαφωτισμού και του κλασικισμού και εκφράζει τη ρομαντική διάθεση. Είναι η λογοτεχνική εκείνη τεχνοτροπία και γενικότερα η ιδιαίτερη εκείνη μορφή της ζωής, κατά την οποίαν κυριαρχούν το συναίσθημα, η φαντασία, η εξιδανίκευση των πραγμάτων, η άρνηση της πραγματικότητας και η ατονία της λογικής.
Ο όρος ρομαντισμός προέρχεται από τη λέξη roman των ρωμανικών γλωσσών (Γαλλικής Ισπανικής, Ιταλικής κ.α.) που σημαίνει επική ή ερωτική ποίηση, όμως η λέξη roman είναι παράγωγη από την ελληνική λέξη “έρως” > ιταλικάromanzo = διήγημα, εποποιία, μυθιστόρημα… με ερωτική ιστορία, το ειδύλλιο).
Ρομαντικό λέγεται ένα έργο, όταν περιγράφει πρόσωπα, τοπία… με ονειρώδη, ειδυλλιακή αίσθηση και διάθεση, όταν τα βλέπει όμορφα και ωραία και γενικά όπως ο ερωτευμένος. Ο ρομαντικός συγγραφέας διαλέγει τα τοπία των πράξεων του έργου να είναι πάρα πολύ γραφικά, ωραία, όμορφα, ήρεμα… ως αυτά που διαλέγουν οι ερωτευμένοι (π.χ. ωραίες κοιλάδες, αρχαιολογικοίχώροι, αξιοθέατα, γραφικές ταβέρνες, απόμερα και ήσυχα μέρη…). Ομοίως χρησιμοποιεί λόγια (γλώσσα) τρυφερά, γλυκά, αγνά, όπως αυτά που λένε οι πολύ ερωτευμένοι. Ομοίως ως πρόσωπα του έργου (βασικοί ήρωες) φέρει άτομα ωραία, λεπτά, τρυφερά, αγνά… στην εμφάνιση και χαρακτήρα. Στο ρομαντισμό είναι έντονα η αίσθηση της εθνικής ζωής και το βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα. Τα θέματα που απασχολούν τους ρομαντικούς ποιητές είναι αυτά που τονίζουν τα εθνικά στοιχεία και την εθνική ζωή, τα θρησκευτικά, τα πατριωτικά, τα ιπποτικά, τα ερωτικά κ.τ.λ. γεγονότα.
Γάλλοι ρομαντικοί: Σατωβριάνδος, Ουγκώ, Λαμαρτίνος, Μυσέ, Δουμάς κ.α.
Άγγλοι ρομαντικοί: Γ. Σκώτ, Σέλλεϋ, Μπάιρον, Κόλλεριτζ κ.α.
Έλληνες: A. Βαλαωρίτης

3) Ο ρεαλισμός. Ρεαλισμός λέγεται η λογοτεχνική πνευματική κίνηση που γεννήθηκε μέσα 19ου αι. και εκφράζει την πραγματικότητα, την αντιρομαντική και αντιιδεαλιστική διάθεση. Ο όρος «ρεαλισμός» προέρχεται από τη λατινική λέξη res που σημαίνει το πράγμα, το αντικείμενο, realismus = η πραγματικότητα, ο αντικειμενισμός, η αλήθεια, o πραγματισμός, η πραγματοκρατία. Ρεαλιστικό λέγεται ένα έργο, όταν παρου-σιάζει, περιγράφει,απεικονίζει κ.τ.λ. τα πρόσωπα του έργου, τις πράξεις τους κ.τ.λ. ως έχουνπραγματικά και όχι με ωραιοποιήσεις, εξογκώσεις και εξιδανικεύσεις ως επιβάλλει η αισθητική του ρομαντισμού ή με κακοποιήσεις, αδιαφορία καιδυσφορία, όπως επιβάλλει ο ιδεαλισμός. Όταν ο συγγραφέας απεικονίζει την πραγματικότητα ή όταν περιγράφει και τον εσωτερικό και τον εξωτερικό κόσμο των προσώπων του έργου, καλό ή κακό, με κριτική αισθησιακή.
Τα βασικά χαρακτηριστικά του ρεαλισμού είναι:
α) ο ρεαλισμός δείχνει μια τάση για αντικειμενικότητα,
β) αφήνει τα γεγονότα να μιλήσουν από μόνα τους,
γ) επιλέγει θέματα κοινά, από την καθημερινή ζωή και πραγματικότητα,
δ) παρουσιάζει κοινές εμπειρίες.
Ρεαλιστικά στοιχεία συναντάμε σε μεγάλους συγγραφείς όλων των εποχών, όμως η ουσιαστική διαμόρφωση της τεχνοκρατίας αυτής συμπίπτει με την ανάπτυξη των φυσικών επιστημών, της θετικής φιλοσοφίας και της λατρείας της επιστήμης, που αρχίζουν να κυριαρχούν από τα μέσα του ιθ’ αιώνα. Τότε ο ρεαλισμός παρουσιάζεται σαν οργανωμένη θεωρία και σχολή.
Ο ρεαλισμός διαφέρει ριζικά τόσο από τον κλασικισμό, όσο και από το ρομαντισμό. Με τον πρώτο έχουν βέβαια σαν κοινό στοιχείο την αντικειμενική αναπαράσταση προσώπων, πραγμάτων και καταστάσεων, χωρίς την προσωπική επέμβαση του συγγραφέα, αλλά διαφέρουν βασικά στο σκοπό, τα μέσα και την τεχνική. Οι ρεαλιστές μυθιστοριογράφοι δεν προβάλουν ηρωικά κατορθώματα και περιπέτειες, αλλά συνηθισμένες πράξεις και καθημερινά θύματα της κοινωνίας. Ο ρεαλιστής συγγραφέας διαλέγει τα θέμα-τα του να είναι από τη σύγχρονη, καθημερινή ζωή. Οι ήρωες δεν τον απασχολούν, πρωταγωνιστές είναι οι κοινοί άνθρωποι και ο κοινωνικός περίγυρος. Δεν επιδιώκει την εξιδανίκευση, αλλά την πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας, γι’ αυτό η μορφή του είναι περιγραφική και λεπτομερειακή, χωρίς λυρικές εξάρσεις και εξωραϊσμούς. Έτσι το ύφος του είναι απλό και ξερό, δεν επιθυμεί να γοητεύσει, αλλά να πείσει.
Ο ρεαλισμός αντιτίθεται στην υπερβολή της φαντασίας, του συναισθήματος και της ονειροπόλησης και δε χρησιμοποιεί τον πλούσιο και, πολλές φορές, υπερφορτωμένο λόγο του ρομαντισμού.Κάποτε οι λογοτέχνες, για να αποδώσουν ρεαλιστικά ορισμένες καταστάσεις ζωής και συμπεριφοράς, δε διστάζουν να απεικονίσουν εξονυχιστικές λεπτομέρειες σχετικές με ερωτικές σχέσεις, τη βία και τις σεξουαλικές διαστροφές (Λαίδη Τσάτερλι του Λόρενς, Λολίτα του Ναμπόκοφ κ.α.), κάτι που δεν κάνει ο ρομαντισμός.
4) Ο νατουραλισμός. Ο θεμελιωτής του νατουραλισμού είναι ο Εμίλ Ζολά ανάμεσα στα χρόνια 1860 – 1880. Ο όρος «νατουραλισμός» προέρχεται από τη λατινική λέξη natura που σημαίνει η φύση, naturalismus = η φυσιοκρατία, ηφυσικότητα. Ο νατουραλισμός είναι κάτι πιο πάνω από το ρεαλισμό. Οι νατουραλιστές παρατηρούν και περιγράφουν ανθρώπους ψυχρά, αμέτοχα, όπως ένα αντικείμενο, ένα ζώο ή μια μηχανή. Επηρεασμένοι από τη δαρβινική θεωρεία υποβιβάζουν τον άνθρωπο στην κατάσταση του ζώου. (Βλέπε το «Ανθρώπινο κτήνος», του Ζολά). Η τεχνοκρατία αυτή επιδιώκει την άμεση και πιστή εφαρμογή της φύσεως και της πραγματικότητας, άσχετα αν τα πράγμα-τα έχουν ατέλειες και ασχήμιες. Έχει περιγραφικό χαρακτήρα, δηλ. παρατηρεί και καταγράφει τα πράγματα όπως ακριβώς είναι και όπως βρίσκονται. Απεικονίζει φωτογραφικά τα γεγονότα, επιπόλαια και με ρηχότητα. Μελετά την ανθρώπινη ψυχή και βρίσκει τα κίνητρα και τους κόσμους της. Προσέχει κυρίως τις κακές και παθολογικές στιγμές της ζωής τις οποίες παρακολουθεί και καταγράφει. Ο νατουραλισμός έχει όλα τα στοιχεία του ρεαλισμού, υπερτονισμένα, όμως σε σημεία υπερβολής. Η όψη του κόσμου που παρουσιάζει είναι ζοφερή κι η εικόνα του ανθρώπου θλιβερή κι απογοητευτική, καθώς αυτός περιγράφεται σωματικά και ψυχικά ατελής και αδύναμος, δημιούργημα της κληρονομικότητας και του περιβάλλοντος
5) Ο παρνασσισμός. O Παρνασσισμός είναι μια τεχνοτροπία, που πρωτογεννήθηκε στη Γαλλία και σήμερα είναι σε παρακμή. Παρνασσιακοί ονομάστηκαν οι νέοι ποιητές που ποιήματά τους δημοσιεύθηκαν σε μια κοινή συλλογή το 1886 στο Παρίσι με τον τίτλο «Σύγχρονος Παρνασσός». Η τεχνοτροπία αυτή επανέφερε στην τέχνη την κλασσική ισορροπία, τη συμπύκνωση των νοημάτων, τη γαλήνη και την ακρίβεια, όπως ο κλασικισμός. Θέλει την αυστηρή τήρηση των στιχουργικών κανόνων και αποδίδει μεγάλη σημασία στην εξωτερική μόρφωση της ποίησης.
Κυριότεροι αντιπρόσωποι της τεχνοτροπίας αυτής υπήρξαν οι: Λεκόντ Ντελίλ, Θεόφιλος Γκωτιέ.

6) Ο συμβολισμός. Η τεχνοκρατία αυτή παρουσιάστηκε στο τέλος του ΙΘ αιώνα στη Γαλλία σαν αντίδραση στο ρομαντισμό, στο νατουραλισμό και στον παρνασσισμό. Η ονομασία αυτή δόθηκε γιατί στη νέα τούτη τεχνοτροπία ο καλλιτέχνης προσπαθεί να εκφράσει τα πιο βαθιά συναισθήματα, ακόμη και τις πιο λεπτές τους αποχρώσεις, με τη βοήθεια συμβόλων παρμένων από τον υλικό και τον πνευματικό κόσμο. Οι συμβολιστές είναι κυρίως ποιητές που επιζητούν να δημιουργήσουν μια ποίηση, στην οποία οι λέξεις θα έχουν μια υποβλητική μουσικότητα. Οι συμβολιστές ποιητές γέννησαν τον ελεύθερο στίχο.
Ο συμβολισμός πίσω από κάθε φυσικό αντικείμενο, καλλιτέχνημα ή φαινόμενο, βλέπει μια ιδέα, μια ψυχική και πνευματική ζωή. Ο υλικός κόσμος για το συμβολιστή είναι σύμβολο, εικόνα, ή μορφοποίηση του νοητού κόσμου των ιδεών. Κύρια χαρακτηριστικά του συμβολισμού είναι: o ρεμβασμός, η μουσικότητα, η φευγαλέα εντύπωση και η υπερβολή. Για να το επιτύχει αυτό, χρησιμοποιεί τη γλωσσική ελευθερία και τη νοηματική ασάφεια.Κύριος θεμελιωτής του συμβολισμού είναι ο Γάλλος Βερλαίν και ο πρόδρομός του Μπωντλαίρ. Εκπρόσωπος του συμβολισμού στην Ελλάδα είναι ο Κ. Χατζόπουλος.

7) Ο σ(ο)υρεαλισμός ή υπερρεαλισμός. Η τεχνοκρατία αυτή αποβλέπει στην υπέρβαση του πραγματικού και αισθητού κόσμου, ζητώντας την παράσταση και εξωτερίκευση των υποσυνειδήτων ενεργειών της ψυχής και των ονειρικών εντυπώσεων. Δεν τηρεί τάξη, ακρίβεια, ενότητα, συμφωνία και συμμετρία. Παρουσιάζει τα πράγματα και τις ιδέες πολύ τολμηρά, πιο πέρα απ’ όσο βρίσκονται στην πραγματικότητα. Κυριότεροι εκπρόσωποι του σουρεαλισμού στη Γαλλία υπήρξαν: ο Μπρετόν, ο Ελυάρ, ο Αραγκόν. Στην Ελλάδα ο Εμπειρίκος και ο Εγγονόπουλος. 


8)Ο ιδεαλισμός. Είναι η τεχνοτροπία εκείνη κατά την οποία ο λογοτέχνης επι-διώκει την εξιδανίκευση της πραγματικότητας με την αναπαράσταση του ιδεώδους κάλλους.