Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Από τα «μεγαλεία» στα «χάλια» με ασανσέρ


του Παντελή Μπουκάλα 
Καθημερινή 23/11/2104

Ο δρόμος από τη μηδενιστική αυτοϋποτίμηση στη μεθυστική υπεροψία ή από τη σιγουριά πως είμαστε ξεχωριστοί και ανώτεροι στη βεβαιότητα πως είμαστε ασήμαντα κι αστεία ανθρωπάκια φαίνεται αστρονομικά μεγάλος. Δεν είναι όμως. Και μάλλον περιττεύει να ρωτήσουμε τους ειδικούς της ψυχής για να το πληροφορηθούμε. Και αυτοί, άλλωστε, θα δυσκολεύονταν ιδιαίτερα να εξηγήσουν πειστικά αυτό το ανεβοκατέβασμα, που σπανιότατα οφείλεται σε κάποιον συγκεκριμένο βαρύ λόγο, και ακόμα περισσότερο να προτείνουν σωστικές λύσεις. Από το ζενίθ στο ναδίρ, από την πεποίθηση της παντοδυναμίας (ακόμα και της αθανασίας κατά την εφηβεία μας) στην αίσθηση της παραλυτικής ανημπόριας, και αντιστρόφως: μια διαρκής κίνηση ανελκυστήρα, στην οποία ξοδεύουμε μυαλό και ψυχή. Ατομικά και συλλογικά.

Μιλούσα εδώ την περασμένη Κυριακή για τη μοναδικότητα στην κατάντια που πολύ συχνά αποδίδουμε τόσο στον τόπο μας όσο και στους κατοίκους του, είτε αυτοεξαιρούμενοι από τους υπεύθυνους είτε αυτοπεριλαμβανόμενοι. Από μαζοχισμό ή από έρωτα για τα πρωτεία ακόμα κι όταν αφορούν πράγματα κακόφημα και ανεπιθύμητα, διογκώνουμε υπέρμετρα ό,τι πραγματικά συμβαίνει. Και δογματίζουμε ότι «μόνον εδώ» είναι διαλυμένο το κράτος, μόνον εδώ ο φιλοτομαρισμός θριαμβεύει επί της αλληλεγγύης, μόνον εδώ η διαφθορά έχει μαγαρίσει τα πάντα, μόνον εδώ ο επαγγελματικός αθλητισμός είναι πηγή βίας, κι ό,τι άλλο περνάει από τον νου μας όταν έχει ισοπεδωτικές ορέξεις.

Μπαίνουμε λοιπόν στο ασανσέρ μ’ αυτή τη σιγουριά βιδωμένη στο μυαλό μας και ώσπου να φτάσουμε στον τελευταίο όροφο, μέσα σε ελάχιστο χρόνο, έχει φύγει η βίδα και τη θέση της έχει πάρει άλλη, με ανάποδες τις στροφές της. Και από το δόγμα «μόνον εδώ τα χάλια» έχουμε προσχωρήσει στο «μόνο εμείς τα μεγαλεία». Και το υποστηρίζουμε και αυτό με φανατισμό. Δύο δόγματα προφανώς εναντιούμενα, που διασταυρώνονται όμως στην υπερβολή τους και στην ευκολία με την οποία τα απαρνιόμαστε –προσωρινά– για να ενστερνιστούμε –και πάλι προσωρινά– το αντίθετό τους. Σαν μια ζυγαριά που δεν ισορροπεί ποτέ. Ένα  ζαλιστικό εκκρεμές.

«Μόνον εμείς», λοιπόν, δίνουμε πάντοτε και ποτέ δεν παίρνουμε· και αυτό σημαίνει είτε ότι μόνον εμείς, σαν άτομα, είμαστε οι μεγάλοι χορηγοί των γύρω μας, που δεν το αναγνωρίζουν καν, είτε ότι μόνον εμείς, σαν έθνος πια, προσφέρουμε στην ανθρωπότητα, δίχως και αυτή να μας το αναγνωρίζει και κάπως να μας ανταμείβει. Συνήθως πάντως σημαίνει και τα δύο αυτά συγχρόνως. «Μόνον εμείς» επίσης έχουμε τέτοια φύση. Πλούσια είναι κι όμορφη βέβαια, αφοπλιστικά όμορφη σε πολλά της κομμάτια, τόσο που να μη χρειάζεται αυστραλιανά ακρογιάλια για τα διαφημιστικά της, αλλά δεν μπορεί παρά να έχουν και άλλοι τόποι τις δικές τους ομορφιές, άγνωστες σ’ εμάς. Και, όμως, αντιγυρίζει το πείσμα μας: «Μόνον εμείς» ζούμε σε τόπο ευλογημένο, γιατί «μόνον εμείς» έχουμε δικό μας τον Θεό, μεροληπτικό συμπαραστάτη μας.

Δεν μπορώ πάντως να σκεφτώ χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αντιφατικότητας από τη γλώσσα και τις αλληλοαναιρούμενες δοξασίες που κυκλοφορούν γι’ αυτήν χρόνια τώρα, ερήμην των φιλολόγων και των γλωσσολόγων (γενικά, άλλωστε, δύσκολα βρίσκεται ειδικότητα που να την ανέχεται η πανεπιστημοσύνη μας, η οποία εκτός από την τηλεόραση, θριαμβεύει πια και στο Διαδίκτυο). Οι κοπετοί ακούγονται σχεδόν ταυτόχρονα με τους ύμνους. Τα μοιρολόγια εναλλάσσονται με τα δοξαστικά, ακόμα και στα ίδια χείλη. Πάνω που την επαινούμε σαν γλώσσα παμμήτειρα, από την οποία εκπορεύτηκαν όλες οι υπόλοιπες και η οποία συνεχίζει να λειτουργεί σαν ζωοδότρια γι’ αυτές, αλλάζουμε ρυθμό και πιάνουμε τα νεκρώσιμα: «Πεθαίνει η γλώσσα μας! Η νεολαία μας πάσχει από αγιάτρευτη λεξιπενία! Μας κλέβουν τα φωνήεντα!». Αλλά γιατί να κλαίμε και να κλαιγόμαστε; Αφού –όπως λέει ο τόσο πιστευτός μύθος– το 70%, μπορεί και το 80% της αγγλικής γλώσσας είναι δανεικό κι αγύριστο από την ελληνική, και αφού την αγγλική (και δι’ αυτής την ελληνική) τη μιλάει περίπου η μισή ανθρωπότητα, η γλώσσα μας ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει. Αφήστε δε που πρέπει να συνυπολογίσουμε και της γαλλικής την ελληνογένεια, και της ιταλικής, ακόμα και της κινεζικής, σύμφωνα με σχετικά πρόσφατες ανακαλύψεις της επεκτατικής φαντασίας μας.

Και στο παραγλωσσολογικό, μέσο δρόμο δύσκολα βλέπουμε. Την αριστοτέλεια μεσότητα ούτε άριστη τη βρίσκουμε ούτε τέλεια, εξ ου και η αποστροφή μας γι’ αυτήν. Θα μπορούσαμε, λόγου χάρη, να πούμε πως η γλώσσα μας, στη σημερινή της φάση, και πεντάγερες ρίζες έχει, και σε κάθε γνωσιακό πεδίο καλλιεργείται με υψηλής ποιότητας αποτελέσματα, και στη λογοτεχνία προκόβει, και οι χρήστες της έχουν αυξηθεί, χάρη στους μετανάστες, και ικανότητα να αφομοιώνει τα δάνεια διαθέτει (μόνο που εδώ έχει αντίπαλο την ίδια μας την ξιπασιά, που επιβάλλει ακόμα και τη βλακώδη εισαγωγή της κλίσης των ξένων λέξεων στη μητρική τους γλώσσα ή τη λατινική γραφή τού σινεμά και του χιούμορ). Δεν μας αρκούν όλα αυτά; Για να την εκτιμήσουμε χρειάζεται να είναι «η μόνη γλώσσα που τροφοδοτεί όλες τις άλλες», «η μόνη κατάλληλη για τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές», «η μόνη με ενσωματωμένη μουσική», «η μόνη μαθηματικά δομημένη», «η μόνη που δεν πλάστηκε από τους ανθρώπους αλλά τους δόθηκε ολοκληρωμένη από τους θεούς», «η μόνη εννοιακή» ή όπως αλλιώς το λένε οι μυθολογούντες;

Έτσι φαίνεται. Έχουμε  ανάγκη «μοναδικότητες», έστω και κατασκευασμένες ή ολοφάνερα παράλογες, για να προχωρήσουμε ώς τον αυτοσεβασμό μας και ώς τον σεβασμό του τόπου μας (και των ανθρώπων του· επιμένω σ’ αυτό, γιατί κατάντησε της μόδας να λέμε πως «η Ελλάδα είναι υπέροχη, αλλά χωρίς τους άθλιους Ελληνές της»). Εξ ου, λ.χ., και το τακτικά γραφόμενο ότι «μόνο η ελληνική γλώσσα έχει τη λέξη κέφι» – που εντούτοις τη δανειστήκαμε από τους Τούρκους, και αυτοί από τους Άραβες.  Εξ ου επίσης το τόσο κοινόχρηστο για την «ελληνική ψυχή», που τη λογαριάζουμε ξεχωριστή, υπέρτερη των άλλων, αλλά με την προϋπόθεση ότι έχουμε επικρατήσει στο ένα ή το άλλο άθλημα· επί ήττας, παρακάμπτουμε αμήχανοι ή ενοχλημένοι τα ελληνοψυχικά και σφυρίζουμε σε άλλο σκοπό. Κι ύστερα το φιλότιμο, το «ελληνικό φιλότιμο» βέβαια, που κι αυτό το αναγνωρίζουμε και το δοξολογούμε όταν κάτι πάει καλά. Γιατί αν δεν πάει καλά, αν στραβώσει, όπως τόσο συχνά στραβώνουν τα ανθρώπινα, βάζουμε την κασέτα με την «Αφιλότιμη»: «Ελληνες. Αφιλότιμη ράτσα. Τι περιμένεις...».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου