Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Κωνσταντῖνος ΙΑ' Δραγάσης Παλαιολόγος, 9 Φεβρουαρίου 1404 - 29 Μαΐου 1453 (49 ετών)


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ

Έτσι καθώς εστέκονταν ορθός μπροστά στην Πύλη κι άπαρτος μες στη λύπη του
Μακριά του κόσμου που η ψυχή του γύρευε να λογαριάσει στο φάρδος Παραδείσου

 Και σκληρός πιο κι απ' την πέτρα που δεν τον είχανε κοιτάξει τρυφερά ποτέ - κάποτε τα στραβά δόντια του άσπριζαν παράξενα
Κι όπως περνούσε με το βλέμμα του λίγο πιο πάνω απ' τους ανθρώπους κι έβγανε απ' όλους Έναν που του χαμογελούσε τον Αληθινόν που ο χάρος δεν τον έπιανε
Πρόσεχε να προφέρει καθαρά τη λέξη θάλασσα έτσι που να γυαλίσουν μέσα της όλα τα δελφίνια 

Κι η ερημιά πολλή που να χωρά ο Θεός κι η κάθε μια σταγόνα σταθερή στον ήλιο ν' ανεβαίνει
Νέος ακόμα είχε δει στους ώμους των μεγάλων τα χρυσά να λάμπουν και να φεύγουν 

Και μια νύχτα θυμάται σ' ώρα μεγάλης τρικυμίας βόγκηξε ο λαιμός του πόντου τόσο που θολώθη μα δεν έστερξε να τού σταθεί
Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε.


II
Θεέ μου και τώρα τι
Που 'χε με χίλιους να παλέψει χώρια με τη μοναξιά του ποιος αυτός που 'ξερε μ' ένα λόγο του να δώσει ολάκερης της γης να ξεδιψάσει τι
Που όλα τού τα 'χαν πάρει
Και τα πέδιλά του τα σταυροδετά και το τρικράνι του το μυτερό και το τοιχίο που καβαλούσε κάθε απομεσήμερο να κρατάει τα γκέμια ενάντια στον καιρό σαν ζόρικο και πηδηχτό βαρκάκι
Και μια φούχτα λουίζα που την είχε τρίψει στα μάγουλα ενός κοριτσιού μεσάνυχτα να το φιλήσει (πως κουρναλίζαν τα νερά του φεγγαριού στα πέτρινα τα σκαλοπάτια τρεις γκρεμούς πάνω απ' τη θάλασσα...)
Μεσημέρι από νύχτα
 Και μήτ' ένας πλάι του
Μονάχα οι λέξεις του οι πιστές που 'σμιγαν όλα τους τα χρώματα ν' αφήσουν μες στο χέρι του μια λόγχη από άσπρο φως
Και αντίκρυ σ' όλο των τειχών το μάκρος μυρμηκιά οι χυμένες μες στο γύψο κεφαλές όσο έπαιρνε το μάτι του
«Μεσημέρι από νύχτα - όλ' η ζωή μια λάμψη!» φώναξε κι όρμησε μες στο σωρό σύρνοντας πίσω του χρυσή γραμμή ατελεύτητη
Και αμέσως ένιωσε ξεκινημένη από μακριά η στερνή χλωμάδα να τον κυριεύει.

III
Τώρα καθώς του ήλιου η φτερωτή ολοένα γυρνούσε και πιο γρήγορα οι αυλές βουτούσαν μέσα στο χειμώνα κι έβγαιναν πάλι κατακόκκινες απ' τα γεράνια
Κι οι μικροί δροσεροί τρούλοι όμοια μέδουσες γαλάζιες έφταναν κάθε φορά και πιο ψηλά στ' ασήμια που τα ψιλοδούλευε ο αγέρας γι' άλλων καιρών πιο μακρινών το εικόνισμα
Κόρες παρθένες φέγγοντας η αγκαλιά τους ένα θερινό ξημέρωμα φρέσκα βαγιόφυλλα και της μυρσίνης της ξεριζωμένης των βυθών σταλάζοντας ιώδιο τα κλωνάρια
Του 'φερναν Ενώ κάτω απ' τα πόδια του άκουγε στη μεγάλη καταβόθρα να καταποντίζονται πλώρες μαύρων καραβιών τ' αρχαία και καπνισμένα ξύλα όθε με στυλωμένο μάτι ορθές ακόμη Θεομήτορες επιτιμούσανε
Αναποδογυρισμένα στις χωματερές αλόγατα σωρός τα χτίσματα μικρά μεγάλα θρουβαλιασμός και σκόνης άναμμα μες στον αέρα
Πάντοτε με μια λέξη μες στα δόντια του άσπαστη κειτάμενος

Αυτός ο τελευταίος Έλληνας!


Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

VIDEO: Η ομιλία-έμπνευση που κέρδισε το TED 2013



«Φτιάξτε ένα Σχολείο στο Σύννεφο»: το βραβείο TED 2013 κέρδισε η συγκινητική ομιλία και το εμπνευσμένο πρότζεκτ του Σουγκάτα Μίτρα που σε κάνει να ελπίζεις για το αύριο.
ΠΗΓΗ:doctv

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

Το 2100 θα έχουν απομείνει μόνο 2,3 εκατομμύρια Έλληνες


Φωτό: Diet Wiegnam, Shandow 


Έλα αγάπη μου, έλα. Να κάνουμε έναν Έλληνα ακόμα…

Κάτι ήξερε η Χάρις Αλεξίου όταν έγραφε και τραγουδούσε τον «Έλληνα» τη δεκαετία του ΄90, ή μάλλον, κάτι είχε ψυλλιαστεί για τη μεγάλη δημογραφική κρίση που έμελλε να αντιμετωπίσει η Ελλάδα.
Αφορμή στάθηκε ένα άρθρο του Σωτήρη Μητραλέξη («Ελληνικό δημογραφικό πρόβλημα, το μέγιστο εθνικό θέμα»), που περιγράφει αναλυτικά τις τεράστιες διαστάσεις που έχει πάρει –όχι μόνο τα τελευταία χρόνια και λόγω κρίσης- η δημογραφική σμίκρυνση στη χώρα μας.


Σύμφωνα με το άρθρο, «κάθε γενιά για να αναπαραχθεί χρειάζεται κατ’ ελάχιστον 2.1 (δείκτης γεννητικότητας / total fertility rate) παιδιά κατά μέσο όρο ανά γυναίκα: η ελληνική οικογένεια γεννά 1-1.3, αριθμός εφιαλτικά χαμηλός. Σύμφωνα με αυτόν τον αριθμό, το 2100 οι απόγονοι των σημερινών Ελλήνων (…αν δεν έχουν μεταναστεύσει όλοι) θα είναι περίπου 2,3 εκατομμύρια. Αναλογιστείτε λίγο τον αριθμό: 2,3 εκατομμύρια». Εννοείται, αν παραμείνουν σταθερές οι συνθήκες, οι αριθμοί των ατόμων που δεχόμαστε στο εσωτερικό, τα ηλικιακά όρια, κτλ. Όσο υποθετικό κι αν ακούγεται, είναι ανησυχητικό για το πόσα μύρια έπονται του ενός κακού.

Ίσως να μην απασχολεί ιδιαίτερα το πρόβλημα στην παρούσα –ήδη- μακρόχρονη κρίση που βιώνουμε, όμως από προσεκτικότερη εξέταση, μοιάζει με…Λερναία Ύδρα, αφού οι προεκτάσεις του είναι εξίσου σημαντικές (η ελληνική κοινωνία γερνάει, η ενσωμάτωση των μεταναστών γίνεται πιο δύσκολη, η υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας δυσχεραίνει, και κυρίως, η πολυπόθητη-πολυπρόβλητη ανάπτυξη που όλοι ευαγγελίζονται, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το δημογραφικό).

«Είναι ένα θέμα που δεν συγκινεί ιδιαίτερα, δεν είναι πχ λίστα Λαγκάρντ», μου λέει ο Νίκος Ράπτης, διδάκτωρ Παιδαγωγικής, που έχει ασχοληθεί αρκετά με το θέμα. «Η περίπτωση είναι ίδια με αυτή του κρατικού χρέους. Το αφήναμε, το αφήναμε, και μια ωραία πρωία, συνειδητοποιήσαμε ότι έχουμε μεγάλο χρέος. Το ίδιο συμβαίνει και μπορεί ενδεχομένως να συμβεί με το «δημογραφικό χρέος». Το ενδιαφέρον κομμάτι είναι, πως αν δεν αλλάξει κάτι στα επόμενα χρόνια, οι δυνατότητες αντιμετώπισης του προβλήματος θα λιγοστεύουν, λόγω του χρονικού πλαισίου μέσα στο οποίο θα πρέπει να δράσουμε. «Αν δεν υπάρξει πολιτική προστασίας των γεννήσεων, μετά το 2040, θα χάνουμε ένα εκατομμύριο σε γεννήσεις κάθε δέκα χρόνια», συμπληρώνει ο κ. Ράπτης.

Ενδιαφέρον είχαν επίσης και κάποια συμπεράσματα που «βγήκαν» στην κουβέντα μας και που αγνοούσα, όπως ότι μεγάλο μέρος του «παιχνιδιού» χάθηκε στη δεκαετία του ΄80 και όχι στην τωρινή-όπως πολλοί θα νομίζαμε, όταν και ο δείκτης γεννητικότητας έπεσε κάτω από το 2, ή ότι υπέρ των πολλών γεννήσεων «συνηγορούσε» ο –άλλοτε- κραταιός δημόσιος τομέας, που λόγω σιγουριάς, γεννούσε πολύ περισσότερα παιδιά σε σχέση με τον «καριερίστικο» ιδιωτικό. Άρα η ρίζα του προβλήματος, φαίνεται να βρίσκεται «στο έλλειμμα ισότητας που υπάρχει ανάμεσα στα φύλα, και στην ανικανότητα της πολιτείας (όχι γενικά και αόριστα βεβαίως βεβαίως) να ενισχύσει τη θέληση των μελλοντικών γονέων στο να αποκτήσουν παιδιά. Ενδιαφέρον, τέλος, μετά από όλα αυτά, είχε η ερώτηση (που μου έκανε ο πατέρας μου), «κι εσείς, η νέα γενιά, τι κάνετε για αυτό;». Τότε ήταν που όλοι οι δείκτες, οι αριθμοί και τα fertility rates πήγαν περίπατο. 

Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

O καθηγητής ως προλετάριος



άρθρο του Ανδρέα Ζαμπούκα , από τη σελίδα protagon.gr


φωτό: deep Shandows by xetobyte deviant art

Οι αντιδράσεις των εκπαιδευτικών για την αύξηση του ωραρίου εργασίας εντείνονται, εν όψει μάλιστα και των Πανελλαδικών. Στα πλαίσια του μνημονίου, οι δάσκαλοι και καθηγητές χάνουν πολλά από τα προνόμια που διατηρούσαν στα σχολεία. Ξεκινούν έλεγχοι ωραρίου, συζητείται η υποχρεωτική εξάωρη παρουσία, κόβονται οργανικές θέσεις και εντάσσονται όλοι στο σύστημα αξιολόγησης του Υπουργείου. Φέρνω στο νου μου, τα λόγια του Βίλχελμ Ράιχ: «Η ζωή σου θα γίνει ωραία και ασφαλής όταν… οι δάσκαλοι των παιδιών σου, θα πληρώνονται καλύτερα από τους πολιτικούς» και αναρωτιέμαι ποιοι λόγοι οδήγησαν σε αυτή τη «φθαρμένη» σχέση της πολιτείας με τους καθηγητές. Δεν ξέρω αν φταίει το κράτος, που «έντεχνα» φρόντισε να «προλεταριοποιήσει» τον εκπαιδευτικό ή αν ο ίδιος βολεύτηκε από τον ταξικό του ρόλο, για να απολαύσει τα «λαϊκά» του προνόμια. Το πιθανότερο είναι να συναίνεσαν και οι δύο, σε ένα παιχνίδι λαϊκισμού και υποκρισίας - εις βάρος, πάντα, των μαθητών και του παιδαγωγικού έργου.

Πιστεύω ότι οι εκπαιδευτικοί επωμίστηκαν το βάρος της απαξίωσης, σε τέτοιο βαθμό που δύσκολα πλέον μπορούν να διεκδικήσουν τα αιτήματά τους. Η αποδοχή πολλών παραπλανητικών «προνομίων» από το κράτος και η «ταξική», συνδικαλιστική τους εκπροσώπηση περιόρισαν σε μεγάλο βαθμό, την αξιοπιστία τους.

Η εικόνα που επικρατεί σήμερα στα σχολεία, είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Σχεδόν όλοι αντιδρούν στην αξιολόγηση, γιατί δεν έχουν πειστεί για τις προθέσεις του Υπουργείου. Τρέχουν πανικόβλητοι να μαζέψουν «χαρτούρα» από σεμινάρια, πιστοποίηση υπολογιστών και εργασίες μεταπτυχιακών, γιατί αυτά αποτελούν μέρος της μοριοδότησης. Οι λιγότεροι είναι αυτοί που αισθάνονται την ανάγκη να βελτιώσουν τις μεθόδους διδασκαλίας στην τάξη.
Μία άλλη δυσλειτουργία είναι η ισοπεδωτική τακτική με τις ειδικότητες. Όλοι οι καθηγητές κάνουν την ίδια δουλειά και επωμίζονται τις ίδιες υποχρεώσεις; Αν ο φιλόλογος έχει να διορθώσει ολόκληρα πακέτα με κείμενα μαθητών, πόσο χρόνο πρέπει να ξοδέψει στο σπίτι του; Ο μαθηματικός επίσης, μπορεί να μην αναθέσει ασκήσεις και εργασίες στους μαθητές του; Oι άλλες ειδικότητες εκπονούν ολοκληρωμένα προγράμματα για να φανούν αντάξιοι της αποδοτικότητάς τους; Για παράδειγμα, ο γυμναστής διδάσκει τα αθλήματα, σε συνδυασμό με διατροφική αγωγή; Διοργανώνει αγώνες, συμμετέχουν οι ομάδες του σε σχολικά πρωταθλήματα; Δυστυχώς, όποια ειδικότητα δεν ακολουθεί το πρόγραμμα των «βασικών» γνωστικών αντικειμένων, είναι περιορισμένων υποχρεώσεων για τον εκπαιδευτικό, που την έχει αναλάβει.

Όπως και να το δει κανείς, τα σχολεία μας είναι γεμάτα από ανθρώπους που αποδέχτηκαν την αλλοτρίωση του «δημιουργού» και δεν έκαναν τίποτα για να υπερασπιστούν την πνευματικότητά τους. Επέλεξαν, όπως και τόσοι άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι, την ασφάλεια ενός «πονηρού» κράτους, το οποίο δεν είχε ποτέ διάθεση να οργανώσει την ελληνική εκπαίδευση και να σεβαστεί το θεσμό του δασκάλου.
Έτσι έκανε παντού, όπου υπήρχε εκπρόσωπος πνευματικότητας και αριστείας, έτσι και με τους δασκάλους. Κατάντησε τον άνθρωπο -που αναλαμβάνει να μεγαλώσει τους νέους ανθρώπους- μίζερο επαίτη, τον έστειλε στα ξερονήσια «εξορία», τον εξευτέλισε αφαιρώντας του κάθε δικαιοδοσία ελέγχου της τάξης του και επέλεξε να τον πληρώνει λιγότερο από την καθαρίστρια του σχολείου. Ήταν πράγματι, ο καλύτερος τρόπος για να τον κάνει προλετάριο, όμηρο του κάθε κόμματος που υποσχόταν «αλλαγές» στη μισθοδοσία του ή μετάθεση. Ο σύγχρονος δάσκαλος δεν μπορεί να λειτουργεί ως ουρά ενός απαρχαιωμένου σχολείου. Πρέπει να γίνει ελεύθερος καθοδηγητής και «διακανονιστής» των γνώσεων, που ρέουν παντού. Ο δάσκαλος μιας κοινωνίας που θέλει να προφτάσει τα οράματα του δυτικού κόσμου δεν μπορεί να εξαθλιώνεται στην περιοδικότητα, στον κατακερματισμό και στην ανευθυνότητα του πεπαλαιωμένου του ρόλου. Ούτε μπορεί να εκπροσωπείται από «επαγγελματίες» αντιπροσώπους οι οποίοι τον «πούλησαν» με τις άσκοπες διεκδικήσεις τους.

Αν ποτέ διοικήσουν την παιδεία -σε αυτή τη χώρα- άνθρωποι με φιλότιμο, οφείλουν να «μεταλλάξουν» τον προλετάριο καθηγητή σε πρόσωπο με κύρος, δύναμη και αξιοπρέπεια. Ας καταλάβουμε, επιτέλους, ότι ψάχνουμε έναν άνθρωπο που όλη του η ζωή θα είναι το σχολείο και οι μαθητές του. Και για να μπορεί αυτό να γίνει ρεαλιστικά, ο μισθός του πρέπει να είναι από τους υψηλότερους. Μόνο έτσι θα είναι όλη τη μέρα διαθέσιμος, με κανονικά ωράρια, με μόνο ένα μήνα διακοπές το καλοκαίρι, με νέα προγράμματα διδασκαλίας και με προθυμία για περισσότερη δουλειά.
Με τους λαϊκισμούς και τα ψέματα, δε φτιάχνονται κοινωνίες. Ο μαθητής έχει ανάγκη να επικοινωνεί με νέους ανθρώπους, γεμάτους δύναμη και όρεξη για αναζήτηση. Θέλει, μπροστά του, οικονομικά ανεξάρτητους «υγιείς» ανθρώπους και όχι ταπεινωμένα ανθρωπάκια που αγωνιούν για την επιβίωσή τους.

Ο Ανδρέας Ζαμπούκας είναι καθηγητής κλασικής Φιλολογίας