Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

ΔΙΑΛΟΓΟΣ (ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ)



Από το λεξικό θα δούμε ότι η λέξη προέρχεται από το ρήμα διαλέγω / -ομαι που θα πει συζητώ. Σημαίνει δηλαδή την ανταλλαγή πληροφοριών και ιδεών, τη συνομιλία, τη συζήτηση. Αν αφήσουμε έξω από αυτή την ανάρτηση το διάλογο που γίνεται τυπικά μεταξύ των ανθρώπων για λόγους ευγένειας, πχ. το καλημέρα, πως είσαι κλπ., και το διάλογο που γίνεται στα λογοτεχνικά έργα μεταξύ των πρωταγωνιστών, απομένει ο σοβαρός εκείνος διάλογος που γίνεται συνήθως για να επιλυθεί κάποιο πρόβλημα ή να ληφθούν αποφάσεις για κάποια μελλοντική ενδεχομένως ενέργεια.
Ο σωστός διάλογος έχει αρχή, μέση και τέλος. Για να υπάρξουν όμως όλα αυτά πρέπει να τεθεί σε σωστές βάσεις, με ανοιχτό μυαλό και να μην είναι απλώς ένας διάλογος μεταξύ κωφών. Διότι διάλογος κατά βάση σημαίνει περισσότερο ακούω και λιγότερο μιλάω. Κι όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, ο διάλογος απαιτεί μονολόγους. Οι μονόλογοι όμως γίνονται για να μεταδοθεί η πληροφορία την οποία ο ακροατής ΠΡΕΠΕΙ να ακούσει και να κατανοήσει κι όχι απλώς να περιμένει τη σειρά του για να αντιτείνει τα δικά του επιχειρήματα χωρίς να λάβει υπόψη τη γνώμη των συνομιλητών του.
Ένα άλλο καίριο χαρακτηριστικό του διαλόγου είναι η υπομονή. Χωρίς αυτή δεν υπάρχει διάλογος αλλά φωνές διάσπαρτες, ειδικά όταν ο ένας μιλάει πάνω στον άλλο. Και τούτο δεν ισχύει μόνο στον προφορικό διάλογο, αλλά και σε εκείνον που γίνεται και γραπτώς μέσω των σχολίων των ιστολογίων εν προκειμένω. Διότι, αν κάποιος θέσει ένα ζήτημα και πριν απαντηθεί περάσουμε σε άλλο και κατόπιν επανέρθουμε στο παλιό κι εντωμεταξύ εμφανιστεί κι ένα καινούριο, τότε μιλάμε για ατάκτως ειρημένες, αν μου επιτρέπεται ο όρος, απόψεις που δε βγάζουν νόημα ούτε καν για κάποιον εξωτερικό παρατηρητή. Μια τέτοια παρεκτροπή προδίδει είτε ομιλητή χωρίς παιδεία είτε ομιλητή χωρίς παιδεία.
Κατά τη γνώμη μου, όταν κάποιος εισέρθει στη διαδικασία του διαλόγου, πρέπει να έχει το εξής σκεπτικό: Παίρνω μέρος στη συζήτηση για να δώσω στον εαυτό μου μια ευκαιρία να μάθει κάτι που δεν ήξερε κι ενδεχομένως αν ο «αντίπαλός» μου έχει ισχυρά επιχειρήματα θα με πείσει. Διότι αν κάποιος πάρει μέρος στο διάλογο με σκεπτικό μόνο και μόνο να πείσει χωρίς να έχει αφήσει κανένα περιθώριο για να πειστεί, τότε ο διάλογος αυτός καθαυτός έχει χάσει το νόημα και την αξία του πριν καλά καλά ξεκινήσει. Ένα χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα είναι οι συζητήσεις που γίνονται για την πολιτική ή καλύτερα για την κομματική τοποθέτηση των πολιτών σ’ αυτή τη χώρα. Δεν υπάρχει καμιά περίπτωση κάποιος που υποστηρίζει το ένα κόμμα να δεχτεί την επιχειρηματολογία του αντίθετου πολιτικού σχηματισμού, ακόμα κι αν αυτή είναι σωστή. Αντί αυτού, θα επιχειρήσει να βρει μεμπτά στοιχεία και με ανούσιες αναφορές στο παρελθόν θα προσπαθήσει να μειώσει την αξία των λεγομένων του συνομιλητή του. Πράγμα ανούσιο που δε βοηθά κανένα, πολύ δε περισσότερο τη δημοκρατία. Κι όμως έχει καθιερωθεί και είναι πλέον αναμενόμενη ως εξέλιξη ενός τέτοιου διαλόγου, ατελέσφορου δυστυχώς τις περισσότερες φορές και σίγουρα ανάξιου και παθογενούς.
Η ανάπτυξη του θέματος απαιτεί από τον ομιλούντα μια σχετική γνώση του προς συζήτηση θέματος. Παρατηρούμε όμως σε πολλές περιπτώσεις να γίνεται διάλογος ανάμεσα σε ανθρώπους που ουδεμία σχέση και γνώση έχουν με το αντικείμενο και αντί αυτού χρησιμοποιούν διάφορες σοφιστείες προκειμένου να επιβληθούν. Αντί δηλαδή να μάθουν κάτι νέο και να εμπλουτίσουν τη γνώση τους, προτιμούν να σταθούν απλώς απέναντι από τον ομιλούντα χάρη στη μεγάλη ηλιθιότητα που τους διακρίνει.
Ο διάλογος απαιτεί πάνω απ’ όλα ειλικρίνεια. Αν κάποιο από τα συνδιαλεγόμενα μέρη υποκρίνεται, τότε έχουμε να κάνουμε απλώς με παράλληλους μονολόγους που δεν οδηγούν πουθενά. Τέτοιου είδους συζητήσεις όχι μόνο δεν αποφέρουν κάποιο κέρδος αλλά μπορεί να είναι και ζημιογόνες. Το σίγουρο είναι πάντως ότι έχουμε να κάνουμε με χάσιμο χρόνου.
Ξεφεύγοντας από το γραπτό διάλογο που διεξάγεται στα ιστολόγια και μιλώντας για τον προφορικό, αν αποστασιοποιηθούμε από τη διαλογική ανάπτυξη των επιχειρημάτων που ξεδιπλώνουν οι ομιλητές θα παρατηρήσουμε και κάποια άλλα χαρακτηριστικά, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν εν δυνάμει δείκτες της ποιότητας τόσο του διαλόγου όσο και της πληροφορίας που συζητιέται. Ένας ομιλητής για παράδειγμα που είναι νευρικός προδίδει την έλλειψη γνώσης ή έστω σωστής θεμελίωσης των επιχειρημάτων του, σε αντίθεση με κάποιον που μιλάει ήρεμα και οποίος με αυτόν τον τρόπο δείχνει σιγουριά κι έτσι το μήνυμά του γίνεται πιο εύκολα αποδεκτό και παραδεκτό από το κοινό του. Η γλώσσα του σώματος επίσης παίζει σημαντικό ρόλο ιδιαιτέρως δε οι κινήσεις των χεριών αλλά και οι εκφράσεις του προσώπου. Ο αδύναμος ομιλητής συνήθως προδίδεται από το σώμα του που κάνοντας αδέξιες κινήσεις κι εκφράσεις προσπαθεί να κρύψει την έλλειψη επιχειρημάτων.
Για μένα ο σωστός διάλογος συνοψίζεται ως εξής: Ακούω χωρίς να διακόπτω – Παραθέτω την άποψή μου χωρίς να ανέχομαι διακοπές – Είμαι σαφής και λιτός – Ρωτάω – Σκέφτομαι –Αποδέχομαι το αποτέλεσμα.
Για να επανέρθω στο έναυσμα αυτής της ανάρτησης, παρά τη διαφορετικότητα με την οποία έχουν εκφραστεί οι άνθρωποι που παρακολουθώ στα ιστολόγιά τους, ο διάλογος τους έχει να επιδείξει ισχυρές προσωπικότητες και σοβαρά επιχειρήματα, πάνω απ’ όλα όμως δείχνει τη θέληση για συζήτηση, η οποία είναι πολύ σημαντική ακόμα κι αν τελικά δεν έχουμε καταλήξει κάπου με σαφήνεια.
Κλείνοντας, θα ήθελα να τολμήσω μια προτροπή. Ας μπούμε για λίγο στη θέση του άλλου κι ας σκεφτούμε τα επιχειρήματα που επικαλείται, αλλά ειλικρινά και με ανοιχτό μυαλό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου